Πολιορκία και αντίσταση στη Γάζα (Greek: Siege and resistance in Gaza)

by Toufic Haddad

Συνέντευξη του Ταουφίκ Χαντάντ στον Ομάρ Χασάν της οργάνωσης Socialist Alternative στην Αυστραλία, στον απόηχο των μαζικών διαδηλώσεων στη Γάζα και της πολύνεκρης καταστολής τους. Η συνέντευξη θα δημοσιευτεί στα αγγλικά στο «Marxist Left Review».

To find out about the group who translated this piece, check out https://dea.org.gr/ or https://www.facebook.com/dea.org.gr/

*Ο Ταουφίκ Χαντάντ είναι αμερικανο-παλαιστίνιος ακτιβιστής, ακαδημαϊκός και συγγραφέας αρκετών βιβλίων για την Παλαιστίνη, μεταξύ των οποίων το «Palestine Ltd: Neoliberalism and Nationalism in the Occupied Territory» («Παλαιστίνη ΕΠΕ: Νεοφιλελευθερισμός και Εθνικισμός στις Κατεχόμενες Περιοχές»).

Οι αλληλέγγυοι προς την Παλαιστίνη αγωνιστές σε όλο τον πλανήτη εμπνεύστηκαν απίστευτα από τις γενναίες διαδηλώσεις που έγιναν στη Γάζα από τις 30 Μάρτη και μετά. Μπορείς να εξηγήσεις τις συνθήκες στη Γάζα, που οδήγησαν σ’ αυτή τη σημαντική εξέλιξη;

Υπάρχουν πολλά αλληλένδετα ζητήματα, κάποια ιστορικά και κάποια πιο σύγχρονα. Φυσικά το πιο άμεσο και πιεστικό ζήτημα είναι οι γενικότερες συνθήκες πολιορκίας στις οποίες υπόκειται η Λωρίδα της Γάζας από το 2006 και την εκλογική νίκη του Ισλαμικού Κινήματος Αντίστασης –Χαμάς.

Ο Ανώτατος Επίτροπος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ περιέγραφε πρόσφατα την Ισραηλινή πολιορκία ως «μάντρωμα των κατοίκων της Γάζας σε μια τοξική παραγκούπολη». Είναι μια περιοχή όπου το 97% του νερού είναι μολυσμένο και σε λιγότερο από 2 χρόνια η μόλυνση των υπόγειων υδάτων θα είναι μη αναστρέψιμη. Έχει 48% ανεργία, 63% ανεργία στους νέους και μια οικονομία που έχει καταρρεύσει εξαιτίας των χρεών και της έλλειψης ρευστότητας. Επιπλέον, η παιδεία, η παροχή ηλεκτρισμού, η διαχείριση των απορριμμάτων και η υγεία βρίσκονται σε κατάσταση κατάρρευσης. Η συντριπτική πλειοψηφία των 2 εκατομμυρίων κατοίκων της Λωρίδας δεν έχουν μπορέσει να βγουν από τη Γάζα εδώ και 12 χρόνια, κάτι που έχει αντίκτυπο σε όλα τα επίπεδα, από την εκπαίδευση και την υγεία τους μέχρι την οικογενειακή ζωή και την καθημερινότητά τους, για να μην αναφερθούμε στις ψυχολογικές συνέπειες.

Το καθεστώς ελέγχου που έχει επιβάλει το Ισραήλ στη Γάζα είναι χωρίς προηγούμενο παγκοσμίως. Κάποιοι ακαδημαϊκοί το αποκαλούν «ψηφιακή κατοχή». Τηλεκατευθυνόμενα οπλοπολυβόλα και η μόνιμη παρουσία των drones στον αέρα παρακολουθούν και αστυνομεύουν αυτή τη μικροσκοπική περιοχή, που είναι μόλις 360 τ.χλμ. Ενώ το καθεστώς πρόσβασης στη Γάζα είναι τόσο σύνθετο, που το Ισραήλ μετρά κάθε θερμίδα και ελέγχει κάθε χημική ένωση που περνάει μέσα στην περιοχή.

Θα ήταν ωστόσο ανακριβές να ερμηνεύσουμε τις διαδηλώσεις αυστηρά με ανθρωπιστικούς όρους. Η Γάζα βρίσκεται υπό πολιορκία επειδή η διεθνής κοινότητα και το Ισραήλ θέλουν να εμποδίσουν την ανάδυση ενός εναλλακτικού υποδείγματος στην Παλαιστινιακή πολιτική. Η Χαμάς βρέθηκε στην ηγεσία αυτού του εναλλακτικού πολιτικού σχεδίου και, αν συνέβαιναν εκλογές, θα μπορούσε να κερδίσει και πάλι νόμιμα την εξουσία στην παλαιστινιακή πολιτική σκηνή. Αυτό το σχέδιο έρχεται σε σύγκρουση με την υπαρκτή προσέγγιση των δυτικών κρατών για «διαχείριση» της σύγκρουσης Ισραήλ-Παλαιστινίων μέσω της διαδικασίας του Όσλο. Αυτές οι δυνάμεις επέβαλαν λοιπόν την πολιορκία σε μια προσπάθησαν να εμποδίσουν αυτή την πολιτική τάση να ενισχυθεί ή να εξαπλωθεί και στη Δυτική Όχθη.

Αλλά το ζήτημα είναι πολύ ευρύτερο από τη Χαμάς. Συνολικά η ειρηνευτική διαδικασία δεν πρόσφερε καμιά λύση σε όλο το παλαιστινιακό ζήτημα, το οποίο εκφράζεται με τον πιο «συμπυκνωμένο» τρόπο στη Γάζα.

Ο κόσμος τείνει να ξεχνά ότι η «Λωρίδα της Γάζας», ως τέτοια, υπάρχει μόνο ως αποτέλεσμα του πολέμου του 1948. Είναι η μικρή περιοχή στην οποία κατέληξαν τα θύματα της σιωνιστικής εκστρατείας για εθνοκάθαρση της Παλαιστίνης. Τα 3/4 των κατοίκων της είναι πρόσφυγες που κατάγονται από τις παράκτιες και νότιες περιοχές της Παλαιστίνης. Πρόκειται για το δημογραφικό αντίστροφο της Δυτικής Όχθης, όπου οι πρόσφυγες αποτελούν μόνο το 1/4 του πληθυσμού.

Η συλλογική εμπειρία του εκτοπισμού και των σκληρών συνθηκών ζωής μετασχημάτισε τη Γάζα σε «χωνευτήρι» του παλαιστινιακού εθνικισμού και του κινήματος για επιστροφή των προσφύγων. Αυτή η περιοχή γέννησε τις πιο σημαντικές πρωτοπόρες πολιτικές τάσεις του παλαιστινιακού κινήματος ιστορικά –από το Κομουνιστικό Κόμμα των δεκαετιών του ’50 και του ’60 ως τη Φατάχ στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και τη Χαμάς και την Ισλαμική Τζιχάντ πιο πρόσφατα.

Οι σημερινές διαδηλώσεις είναι η πιο πρόσφατη ενσάρκωση αυτών των δυναμικών. Παρακολουθούμε άλλη μια λαϊκή εξέγερση που ξέσπασε γύρω από όλα τα ιστορικά ζητήματα που αντιμετωπίζει το παλαιστινιακό κίνημα (για την επιστροφή των προσφύγων, για την αυτοδιάθεση, για την απελευθέρωση κ.ο.κ.). Και βλέπουμε όλα τα νέα μέσα που χρησιμοποιούν το Ισραήλ και η διεθνής «κοινότητα» προσπαθώντας να ελέγξουν και να ακυρώσουν τα δικαιώματα των Παλαιστινίων.

Η κατάσταση ανθρωπιστικής καταστροφής στη Γάζα είναι γνωστή εδώ και πολύ καιρό και καλύπτεται επαρκώς από όλα τα μεγάλα διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία. Αλλά η ανθρωπιστική προσέγγιση χρησιμοποιείται ως μέσο από τις διεθνείς δυνάμεις για να αποκρύψουν την πολιτική διάσταση της σημασίας της Γάζας, η οποία ενσαρκώνει όλα τα βασικά ζητήματα του παλαιστινιακού –από το δικαίωμα της επιστροφής των Παλαιστινίων προσφύγων ως τα 50 χρόνια κατοχής της Δυτικής Όχθης και της Γάζας, μέχρι τα 12 χρόνια πολιορκίας και το πολιτικό ζήτημα της Παλαιστινιακής εναντίωσης στη διαδικασία του Όσλο.

Πέρα από όλους αυτούς τους ιστορικούς παράγοντες και το ζήτημα της πολιορκίας, προέκυψε πρόσφατα κι άλλος ένας σημαντικός παράγοντας. Η Χαμάς, η οποία κέρδισε τις εκλογές το 2006 και επιχείρησε να μετασχηματίσει το παλαιστινιακό εθνικό κίνημα, αξιοποιώντας την «κατάληψη» των θεσμών της Παλαιστινιακής Αρχής μέσω εκλογών, κατέληξε τελικά στο συμπέρασμα ότι η Γάζα είναι αδύνατον να κυβερνηθεί μέσα στο πλαίσιο των υπαρκτών περιορισμών.

Αυτό σημαίνει ότι εγκαταλείπουν την καθημερινή διακυβέρνηση και την παροχή υπηρεσιών, γιατί καταλαβαίνουν –σωστά– ότι είναι μια παγίδα. Η εκτίμηση ότι οι θεσμοί της Παλαιστινιακής Αρχής θα μπορούσαν να διαχειριστούν τη Γάζα και τις αντιφάσεις της, χωρίς πραγματική κυριαρχία και ελευθερία μετακινήσεων και αγαθών, είναι λάθος. Η αυτοκυβέρνηση –η κορωνίδα των συμφωνιών του Όσλο τη δεκαετία του ’90– έγινε ο τρόπος για να ελαφρυνθεί το Ισραήλ από τις πτυχές της κατοχής, που αποτελούσαν «βάρος», ενώ διατηρούσε και διατηρεί τον απόλυτο έλεγχο.

Αν προσθέσουμε ότι η κυβέρνηση της Φατάχ στη Ραμάλα έχει περικόψει τις δαπάνες για τη Γάζα τα τελευταία χρόνια, προκειμένου να πιέσει τη Χαμάς, καταλαβαίνουμε ότι οι διαδηλώσεις είναι ταυτόχρονα λαϊκή απόρριψη της κατοχής, της πολιορκίας και της πολιτικής κρίσης στο παλαιστινιακό κίνημα, αλλά και ένας τρόπος της Χαμάς να επιστρέψει το «πρόβλημα» της Γάζας πίσω στα χέρια εκείνων που πράγματι έχουν την ευθύνη γι’ αυτό –το Ισραήλ και τη διεθνή κοινότητα, που είναι οι βασικοί υπεύθυνοι για τη διαιώνιση του παλαιστινιακού προβλήματος επί 70 χρόνια.

Το Ισραήλ επιχείρησε να δικαιολογήσει τις σφαγές των Παλαιστινίων σε αυτές τις διαδηλώσεις, ισχυριζόμενο ότι οι κινητοποιήσεις οργανώθηκαν και καθοδηγήθηκαν από «τρομοκράτες» της Χαμάς. Ως Αριστερά προφανώς απορρίπτουμε αυτόν το χαρακτηρισμό για τη Χαμάς, αλλά μπορείς να μας πεις για την πολιτική ηγεσία του κινήματος και πώς συνδέεται με τις διάφορες πολιτικές παρατάξεις;

Κάθε απόπειρα να περιγραφούν οι διαδηλώσεις ως δημιούργημα της Χαμάς είναι υποτιμητική και επιδιώκει να επανατοποθετήσει τη σύγκρουση Ισραήλ-Παλαιστίνης μέσα στο πλαίσιο του «πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία», ένα πλαίσιο το οποίο κατάφεραν να «σπάσουν» πολύ πετυχημένα οι διαδηλώσεις, κατά τη γνώμη μου.

Αυτό δεν εμπόδισε τους Ισραηλινούς σχολιαστές να προσπαθούν να παρουσιάσουν τις διαδηλώσεις μέσα από αυτό το πρίσμα, με έναν από αυτούς να τις περιγράφει ως «συλλογική βόμβα αυτοκτονίας» στα «σύνορα» του Ισραήλ, και τον Ισραηλινό Υπουργό Άμυνας, ΆβιντγκορΛίμπερμαν, να περιγράφει τη Χαμάς ως «κανίβαλους» που στέλνουν παιδιά να σκοτωθούν για να κάνουν το Ισραήλ να δείχνει κακό.

Αλλά όπως σημειώσαμε, οι διαδηλώσεις έχουν βαθύτερες αιτίες που προκύπτουν από τις ιστορικές και τις σύγχρονες δυσχέρειες που ζει η Γάζα. Με την πρόσφατη απόφαση της Χαμάς να απέχει από τη διακυβέρνηση, άνοιξε ο δρόμος για λαϊκές δυνάμεις και ιδιαίτερα μια νεότερη γενιά ακτιβιστών, να πάρουν την πρωτοβουλία και να δουν τι θα μπορούσαν να κάνουν για να αλλάξουν την κατάσταση, χωρίς να στηρίζονται πια στην υπαρκτή πολιτική τάξη –είτε τη διεθνή, είτε την ντόπια.

Έχοντας πει αυτό, οι παραδοσιακές δομές του παλαιστινιακού εθνικού κινήματος –οι οργανώσεις της PLO και η Χαμάς και η Ισλαμική Τζιχάντ– συσπειρώθηκαν γύρω από τις νέες κινητοποιήσεις και την «οργανική» τους ηγεσία για να σχηματιστεί η Ανώτατη Επιτροπή της Μεγάλης Πορείας της Επιστροφής, που επιβλέπει το κίνημα και τις διαδηλώσεις. Οπότε, έχουμε έναν συνδυασμό παλιών και νέων δυνάμεων, που πειραματίζονται με παλιές και νέες τακτικές.

Σε τελική ανάλυση, η Χαμάς παραμένει η κυρίαρχη πολιτική δύναμη στη Γάζα και η ικανότητά της να κινητοποιεί δυνάμεις δεν συγκρίνεται με κανενός άλλου εκεί. Με αυτή την έννοια, η απόφασή της να απέχει από τη διακυβέρνηση στην ουσία έδωσε το πράσινο φως στα μέλη της να συμμετέχουν στις λαϊκές κινητοποιήσεις, παρέχοντάς τους αριθμητικό και υλικοτεχνικό «βάρος». Αυτό βέβαια δεν πρέπει να ταυτιστεί με την άποψη ότι η Χαμάς οργανώνει τις διαδηλώσεις. Ταυτόχρονα, πρέπει να απορρίψουμε και εκείνη την επιχειρηματολογία που προσπαθεί να αντιπαραβάλει τις διαδηλώσεις στη Χαμάς, ως δύο διαφορετικά πράγματα. Η Χαμάς είναι μια «οργανική» δύναμη στη Γάζα και ως τέτοια είναι και θα παραμείνει κομμάτι κάθε κινητοποίησης ενάντια στην κατοχή που συμβαίνει εκεί –είτε προκαλεί η ίδια τέτοια κινήματα, είτε τα ακολουθεί.

Η ισλαμοφοβία έχει παίξει πολύ αρνητικό ρόλο, καθώς επιχειρεί να περιορίσει το ζήτημα της Γάζας στη λογική του «πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία». Αλλά σε τελική ανάλυση, η πλειοψηφία του πληθυσμού της Γάζας είναι μουσουλμάνοι, και οι ισλαμικοί θεσμοί έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στην παροχή υπηρεσιών και πολιτικής ηγεσίας στο εθνικό κίνημα που βρίσκεται υπό κατοχή, ιδιαίτερα υπό το φως των αποτυχιών και των αδιεξόδων του κοσμικού εθνικού κινήματος της PLO, που έχει εγκλωβιστεί στην παγίδα του Όσλο.

Με αυτά υπόψη, δεν υπάρχει λόγος να κρίνουμε α πριόρι αρνητικά την κινητοποίηση των ισλαμιστών μέσα στα πλαίσια του Παλαιστινιακού εθνικού κινήματος, ενώ ταυτόχρονα μπορούμε και οφείλουμε να υποστηρίζουμε τις πιο προοδευτικές πτέρυγες στην παλαιστινιακή πολιτική –κάποιες από τις οποίες θα περιλαμβάνουν και ισλαμιστές παρεμπιπτόντως. Σε τελική ανάλυση, η πηγή της σύγκρουσης είναι το ρατσιστικό σιωνιστικό αποικιοκρατικό σχέδιο εποικισμού της Παλαιστίνης και η δυτική ιμπεριαλιστική υποστήριξή του, και θα πρέπει να απορρίπτουμε κάθε εξήγηση που το «ξεχνάει» αυτό.

Τέλος, είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι οι τρέχουσες διαδηλώσεις αντιπροσωπεύουν την εξέλιξη των δυναμικών του αγώνα, σε μια συγκυρία όπου το ευρύτερο Παλαιστινιακό μέτωπο έχει ζήσει την αποτυχία της πολιτικής ηγεσίας και της στρατηγικής όλων των παρατάξεών του. Αυτό περιλαμβάνει και την αποτυχία της προσέγγισης της Φατάχ που εστιάζει στο Όσλο και το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκονται οι προσεγγίσεις που στηρίζονται στην ένοπλη πάλη. Παρακολουθούμε λοιπόν την εξέλιξη νέων δυναμικών και κοινωνικών δυνάμεων, που προκαλούν ιδιαίτερο ενθουσιασμό για τις πρωτοβουλίες που παίρνονται.

Μπορούμε να μιλήσουμε παραπάνω για κάποιες από τις προσωπικές ιστορίες των μαρτύρων, που σκοτώθηκαν από τους ελεύθερους σκοπευτές του Ισραηλινού Στρατού; Οι στατιστικές καμιά φορά μας «αποναρκώνουν» -τόσοι νεκροί, τόσοι τραυματίες κλπ. Μπορείς να μας δώσεις μια αίσθηση του ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι και ποια ήταν τα πιθανά κίνητρά τους;

Αν και είναι δύσκολο να δώσω αυτή την απάντηση χωρίς να βρίσκομαι στην ίδια τη Γάζα –κάτι που πλέον είναι σχεδόν αδύνατο– νομίζω ότι είναι ασφαλές να πούμε ότι η βάση του κινήματος αποτελείται από αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε «γενιά του Όσλο». Είναι οι νέοι, κυρίως μέχρι 30 ετών, που μεγάλωσαν στη Γάζα στη διάρκεια της εποχής του Όσλο (που μετράει πλέον κοντά 25 χρόνια), που δεν έχουν φύγει ποτέ από τη Λωρίδα της Γάζας και που δεν είχαν ποτέ ούτε τις ελάχιστες ευκαιρίες για μια αξιοπρεπή ζωή. Οι γονείς τους είτε είδαν είτε συμμετείχαν στην πρώτη Ιντιφάντα (1987), αλλά επίσης έκτοτε έχουν ζήσει τη δραματική κατάρρευση της ποιότητας ζωής εξαιτίας της ίδιας της διαδικασίας του Όσλο.

Να έχετε υπόψη ότι η «ειρηνευτική διαδικασία» χρησιμοποιήθηκε ως φύλο συκής για να μπορέσει το Ισραήλ να εφαρμόσει πολιτικές Απαρτχάιντ, πίσω από το πρόσχημα των «αναγκών για λόγους ασφαλείας» και της «αποχώρησης από πληθυσμιακά κέντρα» για να επιτευχθεί η «παλαιστινιακή αυτοκυβέρνηση». Το Ισραήλ χρησιμοποίησε την ειρηνευτική διαδικασία για να επιβάλει βίαια το «κλείσιμο» της Δυτικής Όχθης και της Γάζας, να εγκλωβίσει τους Παλαιστίνιους σε θύλακες –ειδικά τους κατοίκους της Γάζας– και να τους πάρει τη γη τους.

Η πλειοψηφία των εργατών της Γάζας δούλευαν στην αγορά εργασίας του Ισραήλ και σχεδόν όλοι τους έχασαν τις δουλειές τους και φυλακίστηκαν στην οικονομικά μη-βιώσιμη Λωρίδα της Γάζας, εξαιτίας της «ειρήνης». Χτίστηκε ένας φράχτης για να σφραγίσει ερμητικά την περιοχή το 1995 –στο απόγειο της ειρηνευτικής διαδικασίας– 7 χρόνια πριν χτίσει το Ισραήλ το Τείχος του Απαρτχάιντ σε όλη τη Δυτική Όχθη.

Οπότε, η νεολαία στη Γάζα μεγάλωσε απομονωμένη από τον υπόλοιπο κόσμο, χωρίς ευκαιρίες για μια φυσιολογική ζωή, με ιστορική κατανόηση της θέσης τους ως πρόσφυγες και των αιτίων αυτής της κατάστασης, και με τις ελπίδες της ειρηνευτικής διαδικασίας διαψευσμένες. Σε αυτά μπορούμε να προσθέσουμε το αίσθημα προδοσίας της διεθνούς τάξης πραγμάτων απέναντί τους και την ανικανότητα της ηγεσίας τους και της γενιάς των γονιών τους να αλλάξουν την κατάστασή τους. Ας μην ξεχνάμε ότι η γη που βρίσκεται πίσω από τους Ισραηλινούς ελεύθερους σκοπευτές, ανήκει σε πρόσφυγες. Βρίσκεται ακριβώς εκεί –μπορούν να δουν τη γη τους, αλλά δεν μπορούν να την προσεγγίσουν. Η οξύτητα της αδικίας γίνεται ακόμα χειρότερη από τη δυσκολία της καθημερινότητας και από τη βαρβαρότητα και το τραύμα των πράξεων του Ισραήλ, που έχει σκοτώσει 4.500 Παλαιστίνιους μόνο στη Γάζα μετά το 2008.

Αυτό είναι το πλαίσιο που δίνει ώθηση στις διαδηλώσεις και αυτό το πλαίσιο διαμορφώνει και τις προσωπικές εμπειρίες των διαδηλωτών. Η ισραηλινή δημοσιογράφος Αμίρα Χας πήρε πρόσφατα συνέντευξη από κάποιους από αυτούς τους νεολαίους, οι οποίοι της είπαν «πεθαίνουμε έτσι κι αλλιώς, οπότε ας γίνει μπροστά στις κάμερες». Η διεθνής κοινότητα έχει κλείσει τα αυτιά της στις κραυγές της Γάζας, οπότε αυτές οι διαδηλώσεις αποτελούν ντεφάκτο μια «εξέγερση στη φυλακή», που επιχειρεί να ξαναφέρει τη Γάζα στο επίκεντρο, αφού οι δυτικές κυβερνήσεις και το Ισραήλ, μαζί με τις αραβικές κυβερνήσεις, πίστεψαν ότι μπορούν να τη θάψουν σε μια καταστροφική πολιορκία και στην απομόνωση.

Όταν σκέφτομαι τους διαδηλωτές, το μυαλό που πάει στην Γουισάλ Σαΐχ Καλίλ, τη μοναδική γυναίκα που σκοτώθηκε στην τρομακτική διαδήλωση της 14ης Μάη, όταν σκοτώθηκαν σχεδόν 70 Παλαιστίνιοι –και πάνω από 3.000 τραυματίστηκαν από πραγματικά πυρά. Η εικόνα που έχουμε γι’ αυτήν είναι μιας νέας γυναίκας που είναι αγανακτισμένη από την κατάσταση, που θεωρεί ότι η παλιότερη γενιά υπήρξε παθητική και προσαρμόστηκε στις συνθήκες. Πήρε θέση και είπε «Δεν το πιστεύω αυτό που συμβαίνει, δεν το δέχομαι πια και θέλω να πάω εκεί έξω μαζί με τα αγόρια και να αμφισβητήσω και εγώ τους Ισραηλινούς μαζί τους».

Πάνω σε αυτό, ενώ η γενικότερη κατάσταση παράγει διαρκώς αντίσταση, η ίδια η αντίσταση γίνεται από μόνη της κι ένα μέσο για να ξεπεράσει κανείς κοινωνικούς και παραδοσιακούς περιορισμούς της καθημερινότητας. Γιατί, προφανώς, όταν βρίσκεσαι σε καθεστώς πολιορκίας και σε κατάσταση ακραίας φτώχειας, αυτό που συμβαίνει είναι ότι η κοινωνία εξαρτάται όλο και περισσότερο από τα δίκτυα των οικογενειών και των φυλών, για την επιβίωσή της. Αυτό έχει τεράστιες αρνητικές επιπτώσεις στην αυτοπεποίθηση των ανθρώπων και ενισχύει πατριαρχικές αξίες που είναι πολύ αποπνικτικές για τη νεολαία και ιδιαίτερα για τις γυναίκες.

Στις διαδηλώσεις υπάρχει επίσης εμφανώς συμμετοχή και μεγαλύτερων σε ηλικία ανθρώπων, που διαδηλώνουν, γιατί η πολιορκία τους εμποδίζει να φροντίσουν τις οικογένειές τους. Σκέφτομαι τον Μουίν Ασάι (58 ετών), που, μια μέρα πριν σκοτωθεί στις διαδηλώσεις, πρόσφερε προς πώληση στο ίντερνετ το ένα του νεφρό για να ταΐσει την οικογένειά του, περιγράφοντας τη ζωή στη Γάζα ως «αβάστακτη από κάθε άποψη» και επιμένοντας ότι μιλάει σοβαρά κι έχει τα λογικά του. Η πολιορκία τσακίζει εξίσου και τις νέες και τις παλιότερες γενιές. Η κοινωνία βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Οι εκρηκτικές συνθήκες μπορούν να την οδηγήσουν είτε στην «εσωτερική έκρηξη» και την κοινωνική και πολιτική κατάρρευση, είτε στην «εξωτερική έκρηξη» προς το Ισραήλ, τη βασική πηγή της καταπίεσης των Παλαιστινίων. Επέλεξε να κάνει το δεύτερο, για να αποφύγει το πρώτο.

Ένας Άραβας ανταποκριτής πήγε στη «ζώνη ασφαλείας», όπου γίνονταν οι διαδηλώσεις, και πήρε συνέντευξη από μια ηλικιωμένη γυναίκα που βρισκόταν εκεί. Αστειεύτηκε ότι οι περισσότερες γυναίκες της ηλικίας της θα βρίσκονταν σπίτι τώρα να φτιάχνουν ψωμί και τη ρώτησε τι κάνει εκεί. Με ψυχρή αποφασιστικότητα απάντησε: «Ο σύζυγός μου σκοτώθηκε, δύο από τους γιους μου σκοτώθηκαν, ένας άλλος είναι σε αναπηρικό καροτσάκι και δεν με νοιάζει αν φάω μια σφαίρα στο μέτωπο».

Οι άνθρωποι αισθάνονται ότι δεν έχουν τίποτα να χάσουν. Η αδράνεια είναι μια μορφή βέβαιου αργού θανάτου. Σε τέτοιες συνθήκες, γιατί να μην προτιμήσεις να ρισκάρεις έναν ενεργό/γρήγορο θάνατο, αν υπάρχει έστω μια πιθανότητα ότι κάτι μπορεί να αλλάξει;

Θα ήθελα να μιλήσουμε για την –κατά τη γνώμη μου– πλήρη αντίφαση ανάμεσα στις σκηνές που εξελίσσονται στη Γάζα και τη σχετική παθητικότητα στη Δυτική Όχθη και τις περιοχές της Παλαιστίνης που χάθηκαν το 1948, ακόμα και όταν ο Τραμπ αποφάσισε να μεταφέρει την πρεσβεία. Αν και υπήρξαν διαδηλώσεις, μοιάζει να υπάρχει ένα «κενό» ενέργειας. Υπερβάλλω ή είναι σωστή η περιγραφή; Κι αν ισχύει, ποιοι είναι οι λόγοι;

Νομίζω ότι είναι αρκετά ακριβής η περιγραφή, αν και είναι πιο βοηθητικό να καταλαβαίνουμε τα ζητήματα με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες του καθενός, και στην προκειμένη περίπτωση θα πρέπει να εκτιμήσουμε το πώς το Ισραήλ κατάφερε αναμφίβολα να κατακερματίσει τον Παλαιστινιακό λαό γεωγραφικά, πολιτικά και κοινωνικά. Πρέπει να πάρουμε υπόψη ότι το Ισραήλ έχει διαφορετικά συμφέροντα σε διαφορετικά μέρη της ιστορικής Παλαιστίνης και συνεπώς εφαρμόζει διαφορετικές στρατηγικές για να πετύχει τους στόχους του.

Τα πολιτικά υποκείμενα και οι δράσεις παίρνουν διαφορετικές μορφές, ως αποτέλεσμα αυτών των δυναμικών, κι άρα γίνεται δύσκολο να γενικευτεί ένας κοινός τρόπος πάλης, επειδή τα μέσα καταπίεσης και ελέγχου, και συνεπώς μαζί τους η αντίσταση σε αυτά, ποικίλλουν σε κάθε περιοχή.

Από αυτή την άποψη, η Γάζα είναι το «θέατρο» της μεγαλύτερης έντασης, επειδή είναι η λιγότερο σημαντική για τις σιωνιστικές φιλοδοξίες. Η Γάζα είναι η περιοχή που ο πρώην πρωθυπουργός του Ισραήλ Γιτζάκ Ράμπιν –ο νικητής του Νόμπελ Ειρήνης– ευχόταν «να βυθιστεί στη θάλασσα». Αλλά η Δυτική Όχθη είναι διαφορετική. Το Ισραήλ εκεί έχει βασικά στρατηγικά συμφέροντα: η περιοχή είναι πολύ μεγαλύτερη και περιλαμβάνει στρατηγικά υψώματα, σημαντικά αποθέματα νερού και ιστορικά σημεία που είναι σημαντικά για την επιβεβαίωση της μυθολογίας του σιωνιστικού κινήματος ότι «επαναφέρει τον εβραϊκό λαό στη γη του Ισραήλ».

Γι’ αυτό και το Ισραήλ χρησιμοποίησε την ειρηνευτική διαδικασία για να «διαχωριστεί» από τους Παλαιστίνιους στις περιοχές που κατέχει από το 1967, ενώ επένδυε σε μαζικά εποικιστικά κατασκευαστικά σχέδια στη Δυτική Όχθη, τριπλασιάζοντας τον αριθμό των εποίκων μετά το 1993. Το Ισραήλ στοχεύει να προσαρτήσει αυτές τις περιοχές, ενοποιώντας τα εδάφη που κατέκτησε το 1948 με αυτά που κατέλαβε το 1967.

Στην πιο πρόσφατη ιστορία –εξαιτίας της απόρριψης του πλαισίου του Όσλο από τους Παλαιστίνιους με το ξέσπασμα της (δεύτερης) Ιντιφάντα του Αλ-Ακσά το 2000 και ειδικά μετά τις εκλογές του 2006– το Ισραήλ και τα δυτικά κράτη επιχείρησαν να κάνουν τη Δυτική Όχθη να δείχνει πιο ευημερούσα σε σχέση με τη Γάζα, ώστε να αποδυναμώσουν την αντι-Όσλο πολιτική τάση που εξέφραζε πιο συγκροτημένα η Χαμάς.

Στη Δυτική Όχθη δόθηκε το καρότο και στη Γάζα το μαστίγιο, με τη λογική της διευθέτησης να έχει ως στόχο να κάνει τους Παλαιστίνιους να πιστέψουν ότι η αντίσταση είναι μάταιη. Αν και υπάρχουν τυπικά βελτιώσεις στις οικονομικές συνθήκες στη Δυτική Όχθη μετά το 2007, η κατάσταση παραμένει ασταθής. Τα τελευταία χρόνια, οι οικονομικές συνθήκες χειροτέρευσαν, ενώ εξακολουθεί να υπάρχει ένα όχι λιγότερο βάρβαρο καθεστώς κατοχής και εκεί, έστω κι αν η δομή του είναι διαφορετική.

Να μην ξεχνάμε επίσης ότι η Δυτική Όχθη είναι μεγαλύτερη και είναι πιο δύσκολο να οργανωθεί. Το Ισραήλ είναι παρόν και καθημερινά εισβάλει σε παλαιστινιακές πόλεις και χωριά, για να διεξάγει επιχειρήσεις μαζικών συλλήψεων. Αυτό δεν ισχύει στη Γάζα, το οποίο βοηθά εκεί να συσσωρευτούν εμπειρίες αντίστασης και ηγεσίας.

Το Ισραήλ κρατά περίπου 7.000 Παλαιστίνιους αιχμαλώτους. Η συντριπτική τους πλειοψηφία ανήκει στην πολιτική ηγεσία της Δυτικής Όχθης. Αν αυτοί μπορούσαν να οργανωθούν ελεύθερα, η κατάσταση στη Δυτική Όχθη θα ήταν τελείως διαφορετική. Το Ισραήλ το ξέρει καλά, γι’ αυτό και δεν εμπιστεύεται την Παλαιστινιακή Αρχή στο να συλλάβει τέτοιους ανθρώπους –αναλαμβάνει και το κάνει το ίδιο.

Και εκτός απ’ όλα αυτά, υπάρχει και η δυναμική της Φατάχ και συγκεκριμένα της πλειοψηφούσας πτέρυγας του κόμματος που είναι πιστή στον Αμπού Μαζέν [τον Παλαιστίνιο πρόεδρο Μαχμούντ Αμπάς] και τυπικά ελέγχει την παλαιστινιακή διακυβέρνηση στη Δυτική Όχθη. Αυτές οι δυνάμεις αντιμετωπίζουν τη Δυτική Όχθη ως το τελευταίο τους οχυρό. Η Φατάχ γενικότερα έχει μια διαφορετική στρατηγική ως προς την αντιμετώπιση του παλαιστινιακού, η οποία προκύπτει από τις ιστορικές εμπειρίες της πάλης μέσα από τις γραμμές της PLO.

Όσον αφορά τη Φατάχ, οι Παλαιστίνοι πλήρωσαν το τίμημα της ένοπλης αντίστασης (κερδίζοντας μέσα από αυτή την αναγνώριση) και τώρα πρέπει να αποφύγουν μια καταστροφική μετωπική σύγκρουση με το Ισραήλ. Πιστεύει ότι αυτή η στρατηγική στο τέλος θα επικρατήσει των σιωνιστικών φιλοδοξιών, γιατί, αν οι Παλαιστίνιοι επιβιώσουν και παραμείνουν στην Παλαιστίνη, αυτοπροσδιοριζόμενοι οργανωμένα ως Παλαιστίνιοι, θα συνεχίσουν να αποτελούν τους «μη Εβραίους» μέσα στο «Εβραϊκό δημοκρατικό κράτος», όπως το θέτει το Ισραήλ. Η Φατάχ πιστεύει ότι αυτή η αντίφαση τελικά θα επιβάλει είτε να τους παραχωρηθεί κράτος, είτε την κατάρρευση του σιωνισμού.

Έτσι, η Παλαιστινιακή Αρχή και η Φατάχ στη Δυτική Όχθη δεν ενδιαφέρονται για μια λαϊκή κινητοποίηση, η οποία θα μπορούσε να απειλήσει τον έλεγχό τους και να ακυρώσει τον ισχυρισμό τους ότι αποτελούν τον μόνο νομιμοποιημένο εκπρόσωπο του παλαιστινιακού αγώνα. Τους ενδιαφέρει να συντηρηθεί το στάτους κβο και να συνεχιστεί η αδράνεια. Άρα επικρατεί μια εξουθενωτική, διχαστική κατάσταση στην παλαιστινιακή πολιτική σκηνή και ιδιαίτερα στη Δυτική Όχθη. Εκεί δεν μπορεί να επιτευχθεί η ενότητα των διαφορετικών παρατάξεων, ενώ η Ισραηλινή κατοχή κάνει ό,τι χρειάζεται για να διασφαλίσει ότι καμιά παλαιστινιακή δύναμη δεν θα αποκτήσει ιδιαίτερη δυναμική στη Δυτική Όχθη –συμπεριλαμβανομένης και της Φατάχ.

Στη Γάζα βλέπουμε το αντίθετο. Όλες οι παρατάξεις –συμπεριλαμβανομένων των περισσότερων τοπικών οργανώσεων της Φατάχ, μαζί με την Αριστερά– είναι όλο και πιο ενοποιημένες. Υπάρχουν ακόμα και κοινά επιχειρησιακά κέντρα και ανταλλαγές στρατιωτικής εμπειρίας και εξοπλισμού. Αλλά αυτό δεν μπορεί να συμβεί στη Δυτική Όχθη, όπου η φράξια της Φατάχ γύρω από τον Αμπού Μαζέν κυριαρχεί και δεν θα επιτρέψει να αποκτήσουν ευνοϊκή δυναμική εναλλακτικές στρατηγικές και υποκείμενα, που θα μπορούσαν δυνητικά να εκτοπίσουν και αυτήν και τη στρατηγική της. Πρέπει επίσης να πάρουμε υπόψη ότι ο Αμπού Μαζέν και η Φατάχ εξακολουθούν να έχουν μια σχετικά πλατιά πολιτική και κοινωνική βάση, με το 16% των απασχολούμενων να εργάζεται για την Παλαιστινιακή Αρχή στη Δυτική Όχθη (με μισθούς σημαντικά υψηλότερους από ό,τι στον ιδιωτικό τομέα) και τον δημόσιο τομέα να κινεί τουλάχιστον το 40% της καταναλωτικής ζήτησης. Η Παλαιστινιακή Αρχή είναι ο βασικός οικονομικός παίχτης στη Δυτική Όχθη και υπάρχουν ελάχιστες ευκαιρίες έξω από αυτήν: Δουλειά στους Ισραηλινούς εποικισμούς, ή η κατάσταση της πλειοψηφίας όσων δρουν στον ιδιωτικό τομέα, που αγωνίζονται σε μια «κούρσα προς τον πάτο» στα μαγαζιά «της μαμάς και του μπαμπά». Υπάρχει πάντα και η επιλογή της ανεργίας. Οι γενικότερες «αντι-αναπτυξιακές» πολιτικές του Ισραήλ έχουν την ευθύνη και γι’ αυτό επίσης.

Όσον αφορά τα λαϊκά στρώματα φυσικά, και η Δυτική Όχθη και οι απανταχού Παλαιστίνιοι εμπνέονται από τη Γάζα και βλέπουμε να συμβαίνουν όντως διαδηλώσεις, συμπεριλαμβανομένων των παλαιστινιακών κοινοτήτων μέσα στα παλαιστινιακά εδάφη του 1948 (ειδικά στη Χάιφα). Αλλά θα ήταν λάθος να συγκρίνουμε τα μεγέθη και την έντασή τους με της Γάζας, γιατί οι πολιτικές συνθήκες για οργάνωση και τα πολιτικά συμφέροντα και τακτικές του Ισραήλ απέναντι στον κάθε πληθυσμό και περιοχή διαφέρουν.

Ας περάσουμε στο περιφερειακό επίπεδο. Οι Παλαιστινιακές κινητοποιήσεις υπήρξαν ιστορικά καταλύτης για τις δημοκρατικές και αντι-ιμπεριαλιστικές δυνάμεις σε όλη την περιοχή, αλλά αυτή τη στιγμή η αντεπαναστατική κατάληξη της Αραβικής Άνοιξης δείχνει να κάνει εξαιρετικά δύσκολη την έμπρακτη αλληλεγγύη. Πώς βλέπεις την τρέχουσα κατάσταση και το παλαιστινιακό κίνημα μέσα σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο;

Ιστορικά, η Παλαιστίνη χαρακτηριζόταν ως «Ο Σκοπός των Αράβων». Αλλά έχει γίνει σαφές στους περισσότερους ότι αυτό έχει πάψει να ισχύει εδώ και δεκαετίες, αν ίσχυε ποτέ. Οι Παλαιστίνιοι έχουν αφεθεί στη μοίρα τους, ειδικά μετά το Όσλο. Με τις αραβικές εξεγέρσεις του 2010-2011, η περιορισμένη υποστήριξη που λάμβανε ο «Σκοπός» επιδεινώθηκε περισσότερο υπό το φως του ότι οι τοπικές επαναστατικές δυναμικές σε κάθε χώρα έγιναν δικαιολογημένα πιο σημαντικές. Την ίδια περίοδο περίπου, το παλαιστινιακό κίνημα κατακερματιζόταν στο εσωτερικό του, ανάμεσα στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα, κάτι που δημιούργησε μια κρίση εκπροσώπησης και ηγεσίας. Οι λαϊκές δυνάμεις σε όλο τον αραβικό κόσμο παραμένουν φυσικά αλληλέγγυες με την Παλαιστίνη. Αλλά αυτή η αλληλεγγύη δεν μπορεί να πάρει έμπρακτη μορφή σε ένα περιβάλλον που καθορίζεται από τις ακραίες αντεπαναστατικές δυνάμεις και δυναμικές, που εξαπολύθηκαν για να συντρίψουν τις επαναστατικές τάσεις.

Τα θηριώδη αντεπαναστατικά κύματα που εξαπολύθηκαν, έχουν κατανοητά απορροφήσει την ενέργεια και την έγνοια των αραβικών επαναστατικών υποκείμενων, απομονώνοντας έτσι ακόμα περισσότερο το «θέατρο» της Παλαιστίνης από τη φυσική του περιφέρεια. Αλλά αυτό είναι προσωρινό. Δεν θα διαρκέσει επ’ άπειρον. Κάποια στιγμή η επαναστατική δυναμική θα ξαναβάλει φωτιά σε όλη την περιοχή στα χρόνια και τις δεκαετίες που έρχονται, γιατί τα παλιά καθεστώτα δεν έχουν απαντήσεις στα ερωτήματα που έθεσαν οι επαναστάσεις, και θα αποδειχτεί αδύνατο να ξανακλείσουν το τζίνι μέσα στο μπουκάλι.

Στο μεταξύ, αντί γι’ αυτό βλέπουμε μια άνευ προηγουμένου συνεργασία ανάμεσα στα αραβικά κράτη και το Ισραήλ –αυτή εκφράζεται πιο καθαρά στην προσέγγιση Σαουδικής Αραβίας-Ισραήλ, αλλά και από την άνευ προηγουμένου σύμπλευση της Αιγύπτου με το Ισραήλ. Η Αίγυπτος έφτασε να καλέσει το Ισραήλ να βομβαρδίσει τη Χερσόνησο του Σινά με τα drones του, προκειμένου να καταστείλει τα τοπικά αντιπολιτευτικά κινήματα της περιοχής.

Τα αραβικά κράτη δείχνουν να συμμαχούν με το Ισραήλ και την κυβέρνηση Τραμπ για να αντιμετωπίσουν «το Ιράν» –αλλά στην πραγματικότητα και κάθε πιθανή εσωτερική αντιπολίτευση στην εξουσία τους. Αυτές οι εξελίξεις βαραίνουν τα αραβικά επαναστατικά ρεύματα, ειδικά όταν δεν υπάρχει ένα ευρύτερο προοδευτικό κίνημα και δίκτυο για να συντηρήσει μια δυναμική, κάτι το οποίο πρέπει να χτιστεί μέσα στους αγώνες.

Σε τελική ανάλυση, η Μέση Ανατολή και η Παλαιστίνη εντάσσονται σε έναν κεντρικό άξονα των παγκόσμιων εμπορικών, ενεργειακών και πολιτικών συγκρούσεων. Αυτό σημαίνει ότι κάθε αυθεντικά δημοκρατική δύναμη στην περιοχή έχει να αντιμετωπίσει ένα σημαντικό αριθμό αντιδραστικών δυνάμεων της παγκόσμιας τάξης, μαζί με τις τοπικές τους εκφάνσεις. Τα επίδικα, όσον αφορά αυτή τη σύγκρουση, δεν θα μπορούσαν να είναι μεγαλύτερα.

Τι ρόλο νομίζεις ότι μπορούν να παίξουν οι αλληλέγγυοι αγωνιστές;

Για να πετύχουν κάτι οι κινητοποιήσεις στη Γάζα, χρειαζόμαστε συχνές, αποφασιστικές διαδηλώσεις και δράσεις αλληλεγγύης στη Δύση. Πρέπει να χρησιμοποιούμε τις κινητοποιήσεις στη Γάζα για να «εκπαιδεύσουμε» τον κόσμο όσον αφορά το παλαιστινιακό, να χτίσουμε μια νέα γενιά αγωνιστών κι ένα κίνημα τόσο μαζικό, που θα μπορέσει να αποκαλύψει το σκληρό καθεστώς απαρτχάιντ, που έχει επιβάλει το Ισραήλ με την ενεργή σύμπραξη των δυτικών κρατών χορηγών του.

Πρέπει να προετοιμαστούμε για έναν μακροπρόθεσμο αγώνα, επειδή αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει καμία προοπτική να επιλυθεί η κατάσταση στη Γάζα. Τα κράτη «δωρητές» και το Ισραήλ εναλλάσσουν τις «τεχνικές ανθρωπιστικές» λύσεις με τις «στρατιωτικές» λύσεις, αλλά και οι δύο δοκιμάστηκαν και απέτυχαν παταγωδώς. Στην πραγματικότητα αυτές οι προσεγγίσεις έχουν τεράστια ευθύνη για τη δημιουργία της σημερινής κατάστασης, γιατί επιχείρησαν να αποκόψουν τα πολιτικά ζητήματα από τα οικονομικά και ανθρωπιστικά.

Καμιά από αυτές τις δυνάμεις δεν ενδιαφέρεται σοβαρά για την επίλυση του πολιτικού προβλήματος της Γάζας, το οποίο στην πραγματικότητα είναι η ισχυρότερη έκφραση του πολιτικού προβλήματος της Παλαιστίνης. Μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι αυτές οι δυνάμεις θα αποτύχουν, καθώς η κατάσταση έχει από καιρό ξεφύγει πέρα από τα όρια οποιασδήποτε «τεχνικής» λύσης. Οι δυτικές κυβερνήσεις ξέρουν πολύ καλά τι κάνουν αυτή τη στιγμή στην Παλαιστίνη. Ενώ προσποιούνται ότι προωθούν την ειρήνη, υποστηρίζοντας τη διαδικασία του Όσλο, τα δυτικά κράτη στην ουσία τσιμεντώνουν το απαρτχάιντ –μερικές φορές κυριολεκτικά: οι πόροι της USAID προς τους Παλαιστίνιους έχουν πάει στην ασφαλτόστρωση ενός διαφορετικού οδικού δικτύου, διαχωρισμένου από αυτό που χρησιμοποιούν οι Εβραίοι έποικοι.

Αλλά δεν είναι μόνο οι ΗΠΑ. Οι βρετανικές πωλήσεις όπλων στο Ισραήλ έχουν φτάσει σε ιστορικά ύψη, ενώ η Γερμανία πουλάει στο Ισραήλ πυρηνικά υποβρύχια. Στο μεταξύ αυτές οι δυνάμεις προσποιούνται ουδετερότητα, αλλά υπονομεύουν τις δημοκρατικές διαδικασίες των Παλαιστινίων και στηρίζουν μια νέο-πελατειακή παλαιστινιακή κυβερνητική δομή, προσπαθώντας να εξαφανίσουν τη βασική αντίθεση μεταξύ σιωνισμού και παλαιστινιακού εθνικισμού. Επιπλέον προστατεύουν το Ισραήλ από την επιβολή κυρώσεων και δεν σταματούν να διακηρύσσουν ότι είναι σύμμαχός τους. Η βοήθεια των κρατών «δωρητών» προς τους Παλαιστίνιους ωχριά μπροστά στη χρηματοδότηση και τη βοήθεια που δίνουν στο Ισραήλ τα δυτικά κράτη. Ενώ τα ίδια αυτά κράτη δεν παύουν να τονίζουν ότι και αυτή η βοήθεια στους Παλαιστίνιους δίνεται για να βοηθήσει το Ισραήλ να λύσει/διαχειριστεί το παλαιστινιακό «πρόβλημά» του.

Συνεπώς τα κινήματα αλληλεγγύης στη «Δύση» μπορούν να παίξουν έναν κομβικό ρόλο στην πάλη να αποκαλύψουμε αυτή την πολιτική φάρσα. Θα έπρεπε να το έχουμε κάνει εδώ και καιρό. Η υποστήριξη των δυτικών κρατών σε ένα βάρβαρο καθεστώς απαρτχάιντ στο Ισραήλ/Παλαιστίνη σίγουρα δεν εκφράζει τα συμφέροντα του μέσου φορολογούμενου πολίτη τους. Οι αλληλέγγυοι στη Δύση βρίσκονται σε μια μοναδική θέση όσον αφορά τη σημασία της δράσης τους και όσο περισσότερο οργανώσουν τον αγώνα τους, τόσο λιγότερο αιματηρή θα είναι η σύγκρουση. Σε τελική ανάλυση, τα δυτικά κράτη διαμορφώνουν τις στρατηγικές, διπλωματικές, οικονομικές και στρατιωτικές συνθήκες που επιτρέπουν στο Ισραήλ να δρα. Χωρίς αυτές, το σχέδιό του δεν μπορεί να αντέξει.

Έχει αναδυθεί μια ιστορική ευκαιρία να ενωθεί το παλαιστινιακό κίνημα με τους σύγχρονους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες στη Δύση. Μπορούν πλέον να γίνουν οι συνδέσεις ανάμεσα σε αυτό που συμβαίνει στους Παλαιστίνιους στη Γάζα με τη μάστιγα του ρατσισμού, της αστυνομικής καταπίεσης, των παρακολουθήσεων, των αντιμεταναστευτικών πολιτικών, της λιτότητας και του νεοφιλελευθερισμού στις χώρες μας.

Αυτή η σύνδεση είναι και ηθική και εμπνέει, αλλά και πολύ πρακτική: τα δόγματα και οι πολιτικές του Ισραήλ έχουν ευρεία εμπλοκή σε πολλά πράγματα, από την κατασκευή του τείχους στα σύνορα ΗΠΑ-Μεξικού, μέχρι την ατιμωρησία των αστυνομικών στα αστικά κέντρα της Δύσης, οι οποίοι συχνά εκπαιδεύονται στο Ισραήλ. Από αυτή τη σκοπιά, η Παλαιστίνη και ειδικά η Γάζα είναι ένα παράδειγμα του πώς άνθρωποι με ελάχιστα μέσα μπορούν να αμφισβητήσουν και να αλλάξουν τη ροή της ιστορίας. Πρέπει να μάθουμε από το παράδειγμά τους και να μεταφέρουμε το φρόνημα και το ήθος τους στις δικές μας ζωές στη Δύση, όπου λίγο αν σκαλίσεις την επιφάνεια –και καμιά φορά δεν χρειάζεται καν να σκαλίσεις– θα βρεις την αδικία να κρύβεται σε κάθε γωνιά.