Τιμώντας την Παρισινή Κομμούνα του 1871: «Ένδοξος προάγγελος της νέας κοινωνίας» (Greek: Celebrating the Paris Commune of 1871)

Τιμώντας την Παρισινή Κομμούνα του 1871: «Ένδοξος προάγγελος της νέας κοινωνίας»

Της Sandra Bloodworth

Το άρθρο δηµοσιεύθηκε στο τεύχος 21 (καλοκαίρι 2021) του Marxist Left Review. Τη µετάφραση από τα αγγλικά έκανε ο Τάσος Φίντζος.

Η Ελεονόρα Μαρξ έγραψε για την Παρισινή Κοµµούνα:

«Έχει έρθει η ώρα να καταλάβουν οι άνθρωποι το πραγµατικό νόηµα αυτής της Επανάστασης. Αυτό θα µπορούσε να συνοψιστεί σε λίγες λέξεις… Ήταν η πρώτη απόπειρα του προλεταριάτου να αυτό-κυβερνηθεί. Οι εργάτες του Παρισιού το εξέφρασαν στο πρώτο τους µανιφέστο, όταν διακήρυξαν ότι “κατανοούν ως αναφαίρετο δικαίωµα και επιτακτικό καθήκον να καταστήσουν τους εαυτούς τους αφέντες της µοίρας τους, καταλαµβάνοντας την κυβερνητική εξουσία”».(1)

Ο Καρλ Μαρξ, πατέρας της Ελεονόρα, απευθυνόµενος στη Διεθνή Ένωση Εργατών ( τη γνωστή και ως Πρώτη Διεθνή) στις 30 Μάη του 1871, ξεκίνησε το λόγο του ως εξής: «Την αυγή της 18ης Μαρτίου, το Παρίσι ξύπνησε µε την βροντερή ιαχή “Ζήτω η Κοµµούνα!”. Τι είναι η Κοµµούνα, αυτή η σφίγγα που τόσο βασανίζει την σκέψη των αστών;».(2)

Ο Μαρξ συνέχισε περιγράφοντας γιατί εµπνεύστηκε τόσο. Η Παρισινή Κοµµούνα ήταν

«η πρώτη επανάσταση στην οποία η εργατική τάξη αναγνωρίστηκε ανοιχτά ως η µόνη τάξη που ήταν ικανή για κοινωνική πρωτοβουλία, ακόµα και από τη µεγάλη µάζα των µεσαίων στρωµάτων –καταστηµατάρχες, βιοτέχνες, εµπόρους– εξαιρουµένων µόνο των πλουσίων καπιταλιστών».(3)

Πολλά από τα συµπεράσµατα που άντλησε ο Μαρξ από αυτό το κοσµοϊστορικό γεγονός, έχουν σε µεγάλο βαθµό ξεχαστεί από τους εργάτες που παλεύουν να ανακτήσουν τον έλεγχο της ζωής τους. Αν ακούσουµε όµως τις φωνές των γυναικών και των αντρών της Κοµµούνας, αν εξετάσουµε τη βίαιη αντίδραση της Εθνικής Κυβέρνησης, υπό την ηγεσία του Αδόλφου Θιέρσου, ανακαλύπτουµε ότι τα µαθήµατα αυτά είναι επίκαιρα και σήµερα. Όπως πολύ ποιητικά το έθεσε ο Βάλτερ Μπένγιαµιν:

«Η πάλη των τάξεων, την οποία ποτέ δεν χάνει από τα µάτια του ένας ιστορικός που µαθήτευσε στον Μαρξ, είναι µια πάλη για τα χοντροκοµµένα και υλικά πράγµατα, χωρίς τα οποία δεν υπάρχει τίποτα το εκλεπτυσµένο και το πνευµατικό… [Το τελευταίο] κάνει εδώ την εµφάνισή του ως εµπιστοσύνη, ως θάρρος, ως χιούµορ, ως πανουργία, ως αδιάσειστη πεποίθηση, τα οποία ισχύουν και επενεργούν αναδροµικά σε βάθος χρόνου. Κάθε νίκη που κατήγαγαν και εόρτασαν οι ισχυροί -ανέκαθεν την αµφισβήτησαν. Όπως κάποια λουλούδια γυρνούν τη στεφάνη τους προς τον ήλιο, έτσι και το παρελθόν , µε κάποιου είδους ηλιοτροπισµό, τείνει να στρέφεται προς τον ήλιο καθώς εκείνος ανατέλλει στον ουρανό της Ιστορίας. Οποιοσδήποτε δηλώνει ιστορικός υλιστής καταφέρνει βεβαίως να διακρίνει αυτή την πιο ανεπαίσθητη απ’ όλες τις µεταλλαγές».(4)

Δίνοντας µε τέτοιον τρόπο προσοχή, θα προσπαθήσω να περιγράψω την καταπληκτική ατµόσφαιρα χαράς, πειραµατισµού και δηµιουργικότητας που άνθισε τότε. Ωστόσο δεν µπορούµε να κλείσουµε τα µάτια µας µπροστά στη φρίκη αυτής της τροµακτικής τελευταίας εβδοµάδας, που ονοµάστηκε η «µατωµένη βδοµάδα», όταν τουλάχιστον 30.000 άνθρωποι σφαγιάστηκαν από µια κυβέρνηση αποφασισµένη να συντρίψει όχι µόνο τα φυσικά υποκείµενα της κοινωνικής επανάστασης, αλλά και το πνεύµα της. Η ετοιµότητα της άρχουσας τάξης να επιβάλει βία τέτοιας κλίµακας, θα πρέπει να εντυπωθεί στην συνείδηση κάθε αντικαπιταλιστή αγωνιστή. Κάθε κίνηµα που εµφορείται από το όραµα µιας νέας κοινωνίας, θα πρέπει να αναµετρηθεί µε τo ενοχλητικό ερώτηµα, του πώς µπορεί κανείς να νικήσει απέναντι σε µια τέτοια βαρβαρότητα.

Η Κοµµούνα δηµιούργησε την πιο δηµοκρατική κοινωνία από οποιαδήποτε έχει υπάρξει µέσα στον καπιταλισµό -και µέχρι τότε, αλλά και στα χρόνια που ακολούθησαν. Οι µεταρρυθµίσεις που υιοθετήθηκαν ήταν πολύ πιο προωθηµένες απ’ ό,τι είχαν παραχωρήσει ποτέ οι καπιταλιστές. Μερικές από αυτές δεν έχουν κατακτηθεί ακόµα και σήµερα, σε πολλές χώρες. Η 150ή επέτειος αυτού του θαυµαστού γεγονότος, είναι µια καλή στιγµή για να επανεξετάσουµε τα γεµάτα έµπνευση πρώτα βήµατα του επαναστατικού εργατικού κινήµατος, και να βγάλουµε συµπεράσµατα από τις επιτυχίες και από την ήττα του.

Η Εξέγερση

Όλα ξεκίνησαν καθώς ο ήλιος ανέτειλε το πρωί της 18ης Μαρτίου 1871, πάνω από τα ριζοσπαστικά εργατικά δηµοτικά διαµερίσµατα(5) της Μονµάρτης και της Μπελβίλ. Στρατιώτες προσπάθησαν να κατάσχουν τα 250 κανόνια, τα οποία είχαν τοποθετηθεί σκόπιµα σε αυτές τις εργατικές περιοχές από την Εθνοφρουρά, την λαϊκή παρισινή πολιτοφυλακή. Οι στρατιώτες είχαν σταλεί κατόπιν εντολών του επικεφαλής της νέας κυβέρνησης, Αδόλφου Θιέρσου. Μεταξύ άλλων, ο Θιέρσος ήταν λαοµίσητος λόγω του ρόλου που έπαιξε στη βίαιη καταστολή της εξέγερσης του 1848.

Αντίθετα όµως µε τις προσδοκίες του Θιέρσου για µια γρήγορη επιχείρηση, η κατάσταση ξέφυγε από τον έλεγχο. Ο ανίκανος Στρατός είχε ξεχάσει να φέρει άλογα για να µεταφέρουν τα κανόνια, γεγονός που έδωσε χρόνο στην Εθνοφρουρά για να επιχειρήσει να συναδελφωθεί µε τους στρατιώτες. Θεωρώντας ότι αντιµετωπίζουν ένα πλήθος προδοτών, οι στρατιώτες έστρεψαν τις κάνες των όπλων τους, καθώς στους δρόµους αντηχούσε το σύνθηµα «Ζήτω η Δηµοκρατία!».

Ο ανταποκριτής των Times του Λονδίνου περιγράφει τη σκηνή, µε τις γυναίκες που έχουν βγει να αγοράσουν ψωµί και να ετοιµαστούν για το υπόλοιπο της µέρας: «Μικρές οµάδες αγρίων µε γυναικεία ρούχα, έκαναν υποτιµητικά σχόλια για τη δειλία όλων… “Αν τα είχαν αφήσει σε εµάς να τα φυλάµε, δεν θα τα είχαν πάρει τόσο εύκολα”». Η αγωνιστικότητα και η αυτοπεποίθηση των εργατριών του Παρισιού, µε τη σιγουριά ότι µπορούσαν να παλέψουν καλύτερα από τους άντρες, θα διατρέχει στη συνέχεια όλη την επανάσταση. Ο αυτόπτης µάρτυράς µας, κινούµενος µέσα στη Μπελβίλ, κατέγραψε το πώς στρατιώτες και εθνοφρουροί ανακάλυπταν ότι είχαν πολλά κοινά. Ας παρακολουθήσουµε µια τυπική σκηνή:

«Υπάρχει κάτι το φοβερά συναρπαστικό σε αυτήν την σκηνή. Η στιγµιαία αβεβαιότητα για το αν οι άντρες αυτοί συναντιούνται ως εχθροί ή ως φίλοι, ο ξέφρενος ενθουσιασµός των κραυγών της συναδέλφωσης, τα ανεστραµµένα όπλα να ανεµίζουν, οι θαρραλέες και απερίσκεπτες γυναίκες που γελούν και ξεσηκώνουν τους στρατιώτες ενάντια στους αξιωµατικούς τους. Όλα αυτά µαζί, δηµιουργούσαν ένα κλίµα σύγχυσης, το οποίο εµπεριέχει τη συνειδητοποίηση ότι τα πράγµατα παίρνουν µια ανέλπιστη και παράδοξη τροπή».(6)

Συναδέλφωση, θαρραλέα ανυπακοή από τις µάζες του Παρισιού και στρατιωτική ανταρσία χαρακτήρισαν τα γεγονότα της ηµέρας. Όταν στρατιώτες µπλόκαραν την είσοδο της εκκλησίας του Αγίου Πέτρου, για να αποτρέψουν το χτύπηµα της καµπάνας, η οποία θα προειδοποιούσε την Εθνοφρουρά και τους πολίτες για τον κίνδυνο, οι εργάτες µπήκαν σε άλλες εκκλησίες και σκαρφάλωσαν στα καµπαναριά. Οι καµπανοκρουσίες έφερναν ολοένα και περισσότερους ανθρώπους στον δρόµο.(7)

Ο ανταποκριτής περιέγραψε τις γειτονιές αυτές σαν «ανοιχτούς χώρους, όπου τα απείθαρχα πλήθη αρέσκονται να κάνουν τις συναντήσεις τους και να τοποθετούν τα κανόνια τους». Η Μπελβίλ, δίπλα στην Μονµάρτη, στην δεξιά όχθη του ποταµού, περιγράφεται ως «το πιο αµιγώς εργατικής σύνθεσης διαµέρισµα σε όλο το Παρίσι, και το πιο επαναστατικό».(8) Τα κανόνια αυτά τα θεωρούσαν δικά τους, καθώς η αγορά τους χρηµατοδοτήθηκε από τις συνεισφορές των εργαζοµένων στην Εθνοφρουρά, κατά την επανάσταση του 1848. Ήταν, επίσης, τα µόνα µέσα άµυνας εναντίον του πρωσικού στρατού, ο οποίος βοµβάρδιζε την πόλη από όταν ο Θιέρσος είχε µεταφέρει τα στρατεύµατά του στις Βερσαλλίες. Όταν ο ανταποκριτής των Times ρώτησε ένα µέλος της Εθνοφρουράς σχετικά µε την πιθανότητα µάχης, έλαβε µια αποστοµωτική απάντηση: «Για όνοµα του Θεού, υποθέτεις ότι θα αφήσουµε αυτούς τους κανάγιες να πάρουν τα κανόνια µας, χωρίς να πέσει σφαίρα;».(9) Άλλωστε, η Εθνοφρουρά είχε τοποθετήσει εσκεµµένα τα κανόνια σε αυτά τα σηµεία, για να προστατέψει τα σηµαντικά αυτά προάστια.

Σύντοµα, ένα πλήθος µε εχθρικές διαθέσεις µαζεύτηκε µε στόχο να εµποδίσει τους στρατιώτες να µεταφέρουν τα κανόνια. Όλοι οι αυτόπτες µάρτυρες τονίζουν τη µαζική παρουσία γυναικών και παιδιών. H Λουίζ Μισέλ, µια από τις πιο συναρπαστικές και ριζοσπαστικές µορφές της Κοµµούνας, έγραψε αργότερα για τα γεγονότα της Μονµάρτης:

«Η Μονµάρτη ξυπνούσε. Το τύµπανο ηχούσε. Πήγα µαζί µε άλλους να ξεκινήσουµε την επιδροµή στην κορυφή του λόφου. Ο ήλιος ανέτειλε και εµείς ακούσαµε το χτύπηµα της καµπάνας. Ανεβαίναµε το λόφο µε ταχύτητα εφόδου και γνωρίζαµε ότι στην κορυφή µας περίµενε ένας στρατός έτοιµος για µάχη. Περιµέναµε ότι θα πεθάνουµε για την ελευθερία.

Ήταν σαν να επιστρέψαµε από τους νεκρούς. Ναι, το Παρίσι αναστήθηκε εκ νεκρών. Πλήθη σαν αυτό, είναι µερικές φορές η πρωτοπορία του ωκεανού της ανθρωπότητας… Όµως δεν ήταν ο θάνατος που µας περίµενε… Όχι, ήταν η έκπληξη µιας λαϊκής νίκης.

Ανάµεσα σε εµάς και τον στρατό υπήρχαν γυναίκες που ρίχτηκαν πάνω στα κανόνια και στα πολυβόλα, καθώς οι στρατιώτες στέκονταν εµβρόντητοι».(10)

Ο στρατηγός Λεκόµτ διέταξε 3 φορές τους στρατιώτες να ανοίξουν πυρ. Μια γυναίκα τους φώναξε: «Θα πυροβολήσετε εµάς; Τα αδέρφια µας; Τους συζύγους µας; Τα παιδιά µας;». Ο Λεκόµτ απείλησε να πυροβολήσει όποιον στρατιώτη αρνούνταν να εκτελέσει τις διαταγές του. Καθώς εκείνοι δίσταζαν, απαίτησε να του πουν αν «σκοπεύουν να παραδοθούν σε αυτά τα ρεµάλια». Η Λουίζ Μισέλ θυµάται:

«Ένας υπαξιωµατικός βγήκε από την στρατιωτική παράταξη και µε µια στεντόρεια φωνή, δυνατότερη του Λεκόµτ φώναξε: “Γυρίστε τα όπλα ανάποδα, µε τa κοντάκια των τουφεκιών σας στον αέρα”. Οι στρατιώτες υπάκουσαν. Ήταν ο Βερνταγκέρ, ο οποίος, για αυτήν του την πράξη, θα εκτελεστεί από τις Βερσαλλίες µερικούς µήνες αργότερα. Η επανάσταση όµως, είχε ξεκινήσει».(11)

Αργότερα ο Λεκόµτ και ένας ακόµα στρατηγός, ο Κλεµάν-Τοµάς, αιχµαλωτίστηκαν και εκτελέστηκαν. Αυτό το περιστατικό αποτέλεσε το επίκεντρο των αντιπαραθέσεων στα χρόνια που ακολούθησαν, καθώς οι εχθροί των Κοµµουνάρων το επιδείκνυαν ως αποδεικτικό της βαρβαρότητάς τους. Ωστόσο, σπάνια αναφέρεται ο ρόλος των δύο αυτών αντρών κατά την επανάσταση του 1848, όταν χρησιµοποίησαν µαζική βία για να τη συντρίψουν, µε τον Λεκόµτ να δίνει συνεχώς εντολές να εκτελούνται γυναίκες και παιδιά.

Οι αυτόπτες µάρτυρες που ήταν εχθρικοί απέναντι στην Κοµµούνα, είδαν αυτά τα γεγονότα υπό το πρίσµα ανθρώπων που έχουν συνηθίσει να ασκούν χωρίς αµφισβητήσεις την εξουσία τους, η αφήγηση ωστόσο είναι η ίδια. Ένας στρατηγός των Βερσαλλιών κατέγραψε ότι εκεί που ήταν επικεφαλής,

«µας σταµάτησε ένα πλήθος από εκατοντάδες ντόπιους, κυρίως παιδιά και γυναίκες. Το απόσπασµα του πεζικού που βρισκόταν εκεί για να συνοδέψει το κανόνι, εγκατέλειψε το καθήκον του και διαλύθηκε µέσα στο πλήθος, υποκύπτοντας στη δόλια αποπλάνηση, καταλήγοντας να αναστρέψουν τις κάνες τους». (12)

Μια ανακοίνωση του Θιέρσου αφισοκολλήθηκε σε όλη την πόλη: το να παρθούν τα κανόνια ήταν µια πράξη «αναντικατάστατης αξίας για την τήρηση της τάξης», η πρόθεση της κυβέρνησης ήταν να απαλλάξει την πόλη από την «στασιαστική επιτροπή», η οποία προπαγάνδιζε «κοµµουνιστικές» θεωρίες, και σκόπευε να λεηλατήσει το Παρίσι. Η συκοφαντία ότι οι επαναστάτες ήθελαν να καταστρέψουν το Παρίσι, διατυπωµένη από τον αντιδραστικό που είχε ήδη εγκαταλείψει το Παρίσι για να βοµβαρδιστεί και να καταληφθεί από τους Πρώσους, ήταν η πηγή µιας ακόµα πιο αποφασιστικής αντίστασης.

Όταν έφτασαν τα άλογα, µερικοί στρατιώτες κατάφεραν να ξεκινήσουν να µεταφέρουν µερικά από τα κανόνια της Μπελβίλ. Οι εθνοφρουροί και οι κάτοικοι απάντησαν µε την ανέγερση οδοφραγµάτων για να εµποδίσουν τη µεταφορά. Το πλήθος µεγάλωσε και µετασχηµατίστηκε από µία µάζα θεατών, σε θυµωµένους και ενεργούς συµµετέχοντες. Ένας παρατηρητής έγραψε ότι είδε

«γυναίκες και παιδιά να κατακλύζουν την πλαγιά σαν µια συµπαγή µάζα. Το πυροβολικό προσπαθούσε µάταια να διασχίσει το πλήθος πολεµώντας, αλλά τα κύµατα των ανθρώπων περικύκλωναν κάθε τι, εφορµώντας πάνω στα άλογα, πάνω στις άµαξες των πυροµαχικών, κάτω από τις ρόδες τους, κάτω από τα πόδια των αλόγων, παραλύοντας την προέλαση των ιππέων, που µάταια σπιρούνιζαν τα άλογα. Αυτά έκαναν για λίγο πίσω και ξαναορµούσαν µπροστά, αποµακρύνοντας το πλήθος µε τις ξαφνικές κινήσεις τους, όµως ο χώρος γέµιζε ξανά αµέσως από την πληµµυρίδα που προκαλούσε το πλήθος που προχωρούσε µπροστά».

Ανταποκρινόµενες στην έκκληση ενός εθνοφρουρού, γυναίκες έκοψαν τα λουριά των αλόγων. Οι στρατιώτες άρχισαν να αφιππεύουν, αποδεχόµενοι την προσφορά ψωµιού και κρασιού από τις γυναίκες. Καθώς έσπαγαν τις γραµµές τους, έγιναν «αντικείµενο φρενήρους επευφηµίας από το πλήθος». (13)

Λίγο αργότερα, ο ανταποκριτής των Times επέστρεψε στη Μονµάρτη και επισκέφτηκε το οδόφραγµα, εκεί που είχε δει νωρίτερα να τοποθετείται η πρώτη πέτρα. Πλέον

«είχε αυξηθεί σοβαρά το µέγεθός του, λόγω ενός κανόνα σύµφωνα µε τον οποίο κάθε περαστικός οφείλει να τοποθετεί µια πέτρα, από αυτές που είχαν στοιβαχτεί και στις δυο πλευρές του δρόµου ακριβώς για αυτό το σκοπό… Νέα οδοφράγµατα ξεπηδούν σε κάθε κατεύθυνση… Ήταν πλέον µεσηµέρι, και όλη αυτή η υπόθεση είχε κάτι το περίεργο και αδιανόητο για κάποιον που δεν είχε µεγαλώσει συνηθισµένος να φτιάχνει οδοφράγµατα… Αντί τα οδοφράγµατα να τοποθετούνται από την κυβέρνηση προκειµένου να µπλοκάρουν τους δρόµους, όπως είχε συµβεί το πρωί, ένα εχθρικό κανόνι είχε τοποθετηθεί πλέον σε κάθε δρόµο».(14)

Τα οδοφράγµατα θα εξελίσσονταν σε κέντρα δραστηριότητας, δράµατος και τραγωδίας, και βρέθηκαν στο επίκεντρο της ιστορικής έρευνας. Ο Ερίκ Χαζάν, στο βιβλίο του The Invention of Paris, a History in Footsteps, συµπεριλαµβάνει µια ιστορία των οδοφραγµάτων και του «θεατρικού τους ρόλου» µε αναφορά στη χρησιµοποίησή τους κατά την Κοµµούνα.(15)

Οι γραµµές των στρατιωτών είχαν αντικατασταθεί από την εθνοφρουρά, η οποία επέβλεπε την κατασκευή των οδοφραγµάτων. Οι δρόµοι, που ήταν τόσο ήσυχοι το πρωί, πλέον «είχαν πληµµυρίσει από εθνοφρουρούς, αντηχούσαν οι ήχοι των τυµπάνων και της σάλπιγγας, µια βοή νίκης».(16)

Το µεσηµέρι, ο στρατηγός Βινουά, επιφορτισµένος να καταλάβει τα κανόνια, εγκατέλειπε το Παρίσι. Ένας υποστηρικτής της Κοµµούνας έγραψε στο ηµερολόγιό του:

«Νοµικά δεν είχαµε πλέον κυβέρνηση. Ούτε αστυνοµία κι αστυνοµικούς. Ούτε δικαστές και δίκες. Ούτε ανώτερους αξιωµατούχους και νοµάρχες. Οι ιδιοκτήτες εγκατέλειψαν πανικόβλητοι τα κτίριά τους, αφήνοντάς τα στους ενοίκους. Δεν είχαµε ούτε στρατιώτες ούτε στρατηγούς. Ούτε γράµµατα ή τηλεγραφήµατα. Ούτε τελωνειακούς, ούτε φοροεισπράκτορες, ούτε δασκάλους. Δεν είχαµε πλέον Ακαδηµία ή Ινστιτούτο: οι µεγάλοι καθηγητές, οι γιατροί και οι χειρούργοι είχαν φύγει… Το Παρίσι, ολόκληρο το Παρίσι, είχε εγκαταλειφθεί στις “ορέξεις του άθλιου πλήθους”».(17)

Πώς εξηγείται αυτή η φαινοµενικά αυθόρµητη µαζική κινητοποίηση για µερικές εκατοντάδες κανόνια; Το Παρίσι βρισκόταν υπό πρωσική πολιορκία από τις 19 Σεπτεµβρίου 1870 και βοµβαρδιζόταν αδιάκοπα από τις 5 Ιανουαρίου. Η οργή εναντίον του Θιέρσου ήταν βαθιά. Είχε φτάσει σε πόλεµο µε την Πρωσία τον προηγούµενο Ιούλιο, για την δόξα της γαλλικής αυτοκρατορίας. Μπροστά στην ήττα από τον στρατό του Μπίσµαρκ, αρνήθηκε να εξοπλίσει τον πληθυσµό του Παρισιού. Επιπλέον, η αστική τάξη αρνήθηκε να υποστηρίξει την άµυνα του Παρισιού όσο κατείχε τα όπλα η εθνοφρουρά, η οποία στελεχωνόταν από εργάτες. Ήταν ξεκάθαρο ότι για τη νίκη στον πόλεµο µε τον Μπίσµαρκ ήταν αναγκαία η ένοπλη κινητοποίηση του πληθυσµού των πόλεων, ειδικά του Παρισιού. Η ιστορία της Γαλλίας, όµως, από την Γαλλική Επανάσταση και ύστερα, ήταν γεµάτη από διαρκείς κοινωνικές συγκρούσεις, οι οποίες τροµοκρατούσαν την αστική τάξη. Ένας στρατηγός θα συνόψιζε αργότερα το πρόβληµα: «Η κυβερνητική διπλωµατία και όλο το αµυντικό δόγµα, περιστρεφόταν γύρω από µια σκέψη: το φόβο της εξέγερσης».(18) Έτσι, ο Θιέρσος συµφώνησε µε την Πρωσία του Μπίσµαρκ να συντρίψουν το ριζοσπαστικό Παρίσι, ως προϋπόθεση για µια συνθήκη ειρήνης. Η αφαίρεση των κανονιών ήταν µέρος αυτής της διαδικασίας.

«Ένοπλο Παρίσι σηµαίνει ένοπλη επανάσταση», παρατηρεί ο Μαρξ. Έτσι ο Θιέρσος, «παραδίδοντας στην Πρωσία όχι µόνο το Παρίσι, αλλά ολόκληρη την Γαλλία… ξεκίνησε τον εµφύλιο πόλεµο που θα διεξαγόταν, µε τη βοήθεια της Πρωσίας, εναντίον της Δηµοκρατίας και του Παρισιού».(19)

Η απόπειρα αρπαγής των κανονιών ήταν στην πραγµατικότητα απλώς η αφορµή, η οποία απελευθέρωσε την πικρία που µεγάλωνε από την φτώχεια και την εξαθλίωση στα πυκνοκατοικηµένα εργατικά διαµερίσµατα. Ο επανασχεδιασµός του Παρισιού από τον Ζορζ Εζέν Οσµάν(20), διορισµένο από τον Λουδοβίκο Ναπολέοντα Βοναπάρτη [γνωστό και ως ο Ναπολέων ο Γ΄], ο οποίος είχε την εξουσία από το πραξικόπηµα του 1852 µέχρι τον Σεπτέµβριο του 1870, είχε φοβερές συνέπειες. Νέες, πλατιές λεωφόροι διέσχισαν τα εργατικά προάστια, καταστρέφοντας 100.000 διαµερίσµατα σε 20.000 κτήρια. Αυτό εκτόπισε χιλιάδες από το κεντρικό Παρίσι, µε τους φτωχούς να συνωστίζονται στη Μονµάρτη και την Μπελβίλ. Εν µέσω οικονοµικής ανάπτυξης, υπολογίζεται ότι η πλειοψηφία της εργατικής τάξης χρειαζόταν κρατική βοήθεια για να επιβιώσει.(21) Δίπλα στην ολοένα και αυξανόµενη µιζέρια, οι πλούσιοι µπορούσαν να απολαµβάνουν τις φανταχτερές στοές γεµάτες µε κοµψά καταστήµατα και καφέ, λίγα µόλις βήµατα από τις υπερπολυτελείς κατοικίες τους. Όπως λέει ο Μέριµαν, «η ώρα της αστικής τάξης είχε φτάσει».(22) Η ανακατασκευή του Παρισιού, η οποία είχε στόχο να αποτρέπει την κοινωνική εξέγερση, είχε καταφέρει αντίθετα να την συµπιέζει επί δεκαετίες.

Το νικηφόρο κίνηµα του Μαρτίου του 1871, γέννησε αυτό που έγινε γνωστό ως η Παρισινή Κοµµούνα. Στόχος του ήταν πλέον να αναδιοργανώσει την ζωή της πόλης, βασισµένο στις αρχές της δικαιοσύνης, της ισότητας και της ελευθερίας, ενάντια στην τυραννία.

Η Κοµµούνα: µια νέα εξουσία

Παρακολουθώντας τα γεγονότα των επόµενων 72 ηµερών στο Παρίσι, θα συναντήσουµε θαυµαστά επιτεύγµατα. Καινοτόµοι δηµοκρατικοί θεσµοί εγκαθιδρύθηκαν και η εµπειρία του να παίρνουν οι άνθρωποι τον έλεγχο της κοινωνίας στα χέρια τους, ενέπνευσε τη µαζική συµµετοχή σε διεργασίες που αφορούσαν όλες τις πτυχές της ζωής τους. Αντικατέστησαν το κράτος, µε ένα υπό τον δικό τους έλεγχο. Προσπάθησαν σθεναρά να κάνουν ριζοσπαστικές µεταρρυθµίσεις στην οικογένεια, στις συνθήκες που αντιµετώπιζαν οι γυναίκες, στην εργασία και στην εκπαίδευση, όλες αρκετά µπροστά για την εποχή τους. Παράλληλα συζητούσαν τον ρόλο της επιστήµης, της θρησκείας και των τεχνών στην κοινωνία.

Ο Εντµόν ντε Γκονκούρ –συνιδρυτής της νατουραλιστικής σχολής της λογοτεχνίας στην Γαλλία, και της Ακαδηµίας Goncourt, η οποία απονέµει ετησίως το οµώνυµο σηµαντικό βραβείο λογοτεχνίας– άφησε την µαρτυρία του για τον προλεταριακό χαρακτήρα της Κοµµούνας:

«Η νικηφόρα επανάσταση δείχνει να αποκτά τον έλεγχο του Παρισιού… οδοφράγµατα υψώνονται παντού, άτακτα παιδιά σκαρφαλώνουν στις κορυφές τους… Γεµίζεις αηδία βλέποντας τα ηλίθια κι άθλια πρόσωπά τους, στα οποία o θρίαµβος και η µέθη έχουν δώσει µια ακτινοβολούσα ζωώδη όψη… Προς το παρόν, η Γαλλία και το Παρίσι είναι υπό τον έλεγχο των εργατών. …Πόσο θα διαρκέσει;… Κυριαρχεί το αδιανόητο… Τα τάγµατα της Μπελβίλ κατακλύζουν τις κατακτηµένες λεωφόρους µας».

Είναι εµφανώς αηδιασµένος από την «περιπαικτική έκπληξη» µε την οποία αντιµετωπίζουν το κατόρθωµά τους, σηµειώνοντας ότι φορούν τα παπούτσια τους δίχως κάλτσες! Παραδέχεται ότι «η κυβέρνηση φεύγει από τα χέρια των εχόντων και περνά στα χέρια αυτών που δεν έχουν τίποτα».(23)

Μέχρι το µεσηµέρι της 18ης Μάρτη, είχε δηµιουργηθεί µια κατάσταση δυαδικής εξουσίας: Από τη µία το ριζοσπαστικό Παρίσι, από την άλλη η κυβέρνηση στις Βερσαλλίες. Στη µία πλευρά ήταν ο Θιέρσος, ένας αντιδραστικός µέχρι το µεδούλι. Η κυβέρνησή του, εκλεγµένη µόλις τον περασµένο Φεβρουάριο, είχε ήδη καταφύγει στην υπερπολυτελή ασφάλεια των Βερσαλλιών, συνοδευόµενη από τον στρατό, καθώς και ένα ποτάµι αστών και καθωσπρέπει προσωπικοτήτων της µεσαίας τάξης. Είχε πλέον ως έδρα το Grand Château της βουρβωνικής µοναρχίας στις Βερσαλλίες, το αντιδραστικό κέντρο της παµπάλαιας συµµαχίας µεταξύ της καθολικής εκκλησίας και Βουρβόνων. Ο Θιέρσος, αποφασισµένος να συντρίψει την Κοµµούνα, είχε την στήριξη όλης της καθωσπρέπει κοινής γνώµης, στη Γαλλία και στην Ευρώπη.

Από την άλλη πλευρά των οδοφραγµάτων, οι εργάτες δηµιουργούσαν τους πιο δηµοκρατικούς θεσµούς που είχε γνωρίσει µέχρι τότε η ανθρωπότητα. Ο Μαρξ έγραψε για τα κατορθώµατά τους: «το σπουδαιότερο κοινωνικό µέτρο της Κοµµούνας, ήταν η ίδια της η ύπαρξη. Τα ειδικά µέτρα της, ενίσχυσαν την τάση για µια κυβέρνηση του λαού από τον λαό».(24) Μια τέτοια τάξη πραγµάτων ήταν µια ευθεία απειλή στην καταπιεστική εξουσία του Θιέρσου, της µοναρχίας και της εκκλησίας.

Όποτε εξεγείρονται οι καταπιεσµένοι και αγωνίζονται για τα δικαιώµατά τους, αναπόφευκτα ακολουθεί µια εορταστική αίσθηση. Το γεγονός αυτό κάνει τους φιλικούς αυτόπτες µάρτυρες των επαναστάσεων να τις περιγράφουν σαν πανηγύρια των καταπιεσµένων. Το ίδιο συνέβη και µε την Παρισινή Κοµµούνα του 1871. Ακόµα και πικρόχολοι εχθροί της Κοµµούνας, δεν µπορούσαν παρά να αναγνωρίσουν την χαρµόσυνη ατµόσφαιρα που επικρατούσε µετά την νίκη της 18ης Μαρτίου. Ένας από αυτούς κατέγραψε την εµπειρία του, καθώς στεκόταν µπροστά από το Hôtel deVille, το δηµαρχείο του Παρισιού, που είχε πλέον καταληφθεί από Κοµµουνάρους, τη στιγµή που διαβάζονταν τα ονόµατα των εκλεγµένων που θα αποτελούσαν το Συµβούλιο της Κοµµούνας:

«Γράφω αυτές τις γραµµές εν θερµώ… Περίπου εκατό χιλιάδες άνθρωποι, πού βρέθηκαν όλοι αυτοί; Από κάθε γωνιά της πόλης. Οπλισµένοι άνθρωποι ξεχύθηκαν από κάθε κοντινό δρόµο, ενώ οι αιχµές από τις ξιφολόγχες, αντανακλώντας στον ήλιο, έκαναν το µέρος να µοιάζει σαν ένα χωράφι κεραυνών. Η Μασσαλιώτιδα ακουγόταν από 50.000 αποφασισµένες φωνές: Αυτός ο κεραυνός συντάραξε τους πάντες, και το σπουδαίο τραγούδι, που είχε καταστεί ξεπερασµένο από τις ήττες, ανέκτησε σε µια στιγµή την περασµένη του δόξα.

…Μία ατέλειωτη θάλασσα από λάβαρα, ντουφέκια και καπέλα, κυµάτιζε µπρος-πίσω, φτάνοντας µέχρι την εξέδρα. Τα κανόνια ακόµα βροντούσαν, ακούγονταν όµως µόνο στις παύσεις µεταξύ των τραγουδιών. Ύστερα όλοι αυτοί οι ήχοι συγχωνεύονταν σε µια ενιαία ιαχή, την οικουµενική φωνή των πολλών, και όλοι αυτοί οι άνθρωποι είχαν µια ψυχή όπως είχαν µία φωνή».(25)

Το εκλεγµένο Συµβούλιο της Κοµµούνας είχε υπό την ευθύνη του την άµυνα της πόλης απέναντι στις Βερσαλλίες, την οργάνωση του επισιτισµού και την περίθαλψη των τραυµατισµένων. Στην πραγµατικότητα, την αναδιοργάνωση ολόκληρης της ζωής της πόλης.

Το κράτος

Η παλαιά κρατική εξουσία κατεδαφίστηκε, µια σηµαντική κίνηση στην οποία ο Μαρξ έδωσε έµφαση:

«Για πρώτη φορά από τις µέρες του Φλεβάρη του 1848, οι δρόµοι του Παρισιού ήταν ασφαλείς, και αυτό δίχως την παρουσία οποιουδήποτε είδους αστυνοµίας. Ένα µέλος της Κοµµούνας είπε “δεν ακούµε πλέον για δολοφονίες, ληστείες και προσωπικές επιθέσεις. Φαίνεται σαν η µετακίνηση της αστυνοµίας προς τις Βερσαλλίες, να συµπαρέσυρε µαζί της και όλους τους συντηρητικούς φίλους της”».

Για να δώσει έµφαση στην σηµασία του παραπάνω, ο Μαρξ το τοποθετεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο:

«Η πλήρης αντίθεση στην αυτοκρατορία ήταν η Κοµµούνα. Η κραυγή για µια “κοινωνική δηµοκρατία” [το δηµοφιλές σύνθηµα του µαζικού κινήµατος]… εξέφραζε την ασαφή προσδοκία για µια δηµοκρατία, η οποία δεν θα ξεπερνούσε µόνο τη µοναρχική µορφή ταξικής εξουσίας, αλλά την ίδια την ταξική εξουσία. Η Κοµµούνα ήταν το θετικό παράδειγµα µιας τέτοιας δηµοκρατίας.

Το Παρίσι, η έδρα της παλαιάς κυβερνητικής εξουσίας και ταυτόχρονα το κοινωνικό προπύργιο της γαλλικής εργατικής τάξης, πήρε τα όπλα ενάντια στην απόπειρα του Θιέρσου… να αποκαταστήσει και να διαιωνίσει αυτήν τη παλαιά κυβερνητική εξουσία, όπως είχε κληρονοµηθεί από την αυτοκρατορία. Το Παρίσι µπορούσε να αντισταθεί µόνο γιατί, ως συνέπεια της πολιορκίας, είχε απαλλαχτεί από τον στρατό και τον είχε αντικαταστήσει µε την Εθνοφρουρά, η πλειοψηφία της οποίας αποτελούταν από εργάτες. Το γεγονός αυτό αποκρυσταλλώθηκε πλέον σαν θεσµός. Το πρώτο διάταγµα της Κοµµούνας ήταν, εποµένως, η κατάργηση του υπάρχοντος στρατού και η αντικατάστασή του από τον ένοπλο λαό».(26)

Αυτό το επαναστατικό βήµα ήταν η βάση πάνω στην οποία µπορούσε να οικοδοµηθεί η νέα δηµοκρατία που καλωσόριζε ο Μαρξ.

«Η πλειοψηφία των µελών [του Συµβουλίου της Κοµµούνας] ήταν οι ίδιοι εργάτες ή αναγνωρισµένοι εκπρόσωποι της εργατικής τάξης. Η Κοµµούνα θα ήταν ένα εργαζόµενο –όχι κοινοβουλευτικό- σώµα, ταυτόχρονα εκτελεστικό και νοµοθετικό. Σχηµατίστηκε από τους δηµοτικούς συµβούλους, οι οποίοι εκλέγονταν από καθολική ψηφοφορία [ΣτΜ των αντρών] στα εκλογικά διαµερίσµατα της πόλης, λογοδοτούσαν και ήταν ανακλητοί µε σύντοµη θητεία».

Αυτό ήταν ένα σηµείο κλειδί σύµφωνα µε τον Μαρξ: Το πώς δηλαδή οι εκλεγµένοι αντιπρόσωποι και η κυβέρνηση λογοδοτούν. Και όχι µόνο οι εκλεγµένοι αντιπρόσωποι. «Όπως και οι υπόλοιποι δηµόσιοι υπάλληλοι, οι δικαστές ήταν αιρετοί, λογοδοτούσαν και ήταν ανακλητοί».(27)

Εργασία

Ο Μαρξ κατέληξε ότι αυτοί οι καινοτόµοι δηµοκρατικοί θεσµοί ήταν «η πολιτική µορφή, που επιτέλους ανακαλύφθηκε, υπό την οποία θα επιτευχθεί η οικονοµική χειραφέτηση της εργασίας», και εξήγησε:

«Η πολιτική εξουσία του παραγωγού δεν µπορεί να συνυπάρξει µε την διαιώνιση της κοινωνικής σκλαβιάς. Η Κοµµούνα λειτουργούσε λοιπόν, ως µοχλός για το ξερίζωµα των οικονοµικών θεµελίων πάνω στα οποία βασίζεται η ύπαρξη των τάξεων, και εποµένως η ταξική κυριαρχία. Με τη χειραφέτηση της εργασίας… η παραγωγική εργασία παύει να είναι ένα ταξικό χαρακτηριστικό».(28)

Το Συµβούλιο της Κοµµούνας, δεν περιορίστηκε να εκδίδει αποφάσεις για µεταρρυθµίσεις, ενώ όλα τα υπόλοιπα θα γυρνούσαν στην κανονικότητα. Οι ιστορικοί έχουν καταγράψει την τροµερή άνθιση που γνώρισε η οργάνωση, ο διάλογος και ο κοινωνικός πειραµατισµός, προσδίδοντας ένα πλούσιο σε λεπτοµέρειες υπόβαθρο, το οποίο φωτίζει τις θεωρητικές γενικεύσεις του Μαρξ. Πολλές από τις οργανώσεις και τις προτάσεις που αυτές κατέθεταν, βασίζονταν σε διεκδικήσεις οι οποίες για δεκάδες χρόνια συζητιούνταν από τους σοσιαλιστές και τους αγωνιζόµενους εργάτες. Η διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι πλέον δεν ήταν θέµατα συζήτησης ή διαµαρτυρίας. Τώρα ήταν η έκφραση των φτωχών και των καταπιεσµένων, καθώς έπαιρναν στα χέρια τους τη ζωή τους.

Το Συµβούλιο δηµιούργησε µια σειρά από Επιτροπές για να αντιµετωπίσουν συγκεκριµένα προβλήµατα. Ο Εβραίος ουγγρικής καταγωγής εργάτης, Λέο Φρανκέλ, µέλος της Διεθνούς και συνεργάτης του Μαρξ, ορίστηκε Επίτροπος Εργασίας, για να αντιµετωπίσει τα ζητήµατα των εργατικών δικαιωµάτων και των συνθηκών εργασίας. Καταργήθηκε η νυχτερινή εργασία στους φούρνους. Απαγορεύτηκε στους εργοδότες η µείωση των µισθών, µέσω της επιβολής προστίµων στους εργαζόµενους µε οποιαδήποτε αφορµή, «µια διαδικασία κατά την οποία ο εργοδότης αναλαµβάνει ο ίδιος τους ρόλους του νοµοθέτη, του δικαστή, και του εκτελεστή (ΣτΜ: της ποινής), και τελικά µαζεύει το χρήµα».(29)

Μερικά θέµατα ήταν περίπλοκα λόγω αντικρουόµενων προτεραιοτήτων. Οι στρατιωτικές προµήθειες ήταν προφανώς βαρύνουσας σηµασίας. Η αγορά του φθηνότερου δυνατού εξοπλισµού από την Κοµµούνα, δεν συµβάδιζε εύκολα µε το αίτηµα των εργατών [ΣτΜ: στον κλάδο αυτόν] για αξιοπρεπείς µισθούς. Ο Επίτροπος των Οικονοµικών, ο προυντονικός Φρανσουά Ζουρντ, αρνήθηκε να επαναδιαπραγµατευτεί τις συµβάσεις µε τους εργοδότες, γεγονός που δεν προκαλεί έκπληξη, καθώς οι προυντονικοί ανέχονταν την ιδιωτική περιουσία. Όπως όµως τόνιζε ο Φρανκέλ, «η επανάσταση έγινε αποκλειστικά από την εργατική τάξη. Δεν καταλαβαίνω ποιο είναι το νόηµα της Κοµµούνας αν… δεν κάνουµε τίποτα για αυτήν τη τάξη». Σαν ανταπόκριση της Κοµµούνας στους ίδιους τους εργάτες, υπογράφηκαν νέες συµβάσεις, που καθόριζαν έναν ικανοποιητικό κατώτερο µισθό. Οι εργοδότες δεν ρωτήθηκαν.

Μια επιπλέον ρήτρα που θέσπισε η Επιτροπή Εργασίας όριζε, ότι όπου ήταν δυνατόν, οι συµβάσεις θα παραχωρούνταν «απευθείας σε επιχειρήσεις που διοικούνται από εργαζόµενους». Εδώ οι εργατικές επιχειρήσεις θα πρέπει να κατανοηθούν ως συνεργατικές επιχειρήσεις, ενώσεις και συνδικάτα. Υποστηρίχθηκαν θερµά από την Επιτροπή του Φρανκέλ, ως ένα όχηµα για τον σοσιαλισµό. Η Επιτροπή επίσης αποφάσισε τη µεταβίβαση των επιχειρήσεων των εργοδοτών που είχαν καταφύγει στις Βερσαλλίες, στους εργάτες σε αυτές.(30)

Μία άλλη συνεργάτρια του Μαρξ στη Διεθνή, έπαιξε σηµαντικό ρόλο στο να επηρεάζει την Επιτροπή Εργασίας.(31) Η Ρωσίδα σοσιαλίστρια Ελιζαµπέτ Ντµίτριεφ είχε καταλυτικό ρόλο στην δηµιουργία της Union des Femmes, ή αλλιώς Ένωσης των Γυναικών. Ήταν το γυναικείο τµήµα της Πρώτης Διεθνούς. Ένας λευκός γάµος(32) είχε δώσει στην Ντµίτριεφ µια οδό διαφυγής από τη Ρωσία. Τους τελευταίους 3 µήνες είχε µείνει στο Λονδίνο, όπου σχεδόν καθηµερινά συνεργαζόταν µε τον Μαρξ. Είχε ενταχθεί στην Πρώτη Διεθνή, νωρίτερα στην Γενεύη, όπου και γνωρίστηκε µε τους µετέπειτα Κοµµουνάρους Εζέν Βαρλέν και Μπενουά Μαλόν. Σύµφωνα µε την ιστορικό Κριστίν Ρος, η Ένωση Γυναικών έγινε η µεγαλύτερη και πιο αποτελεσµατική οργάνωση της Κοµµούνας.(33) Συνεδρίαζε καθηµερινά σχεδόν σε καθένα από τα είκοσι διαµερίσµατα του Παρισιού. Τα µέλη της ήταν κυρίως εργάτριες στον τοµέα της ένδυσης: ράφτρες, πλύστρες, µοδίστρες κλπ.(34)

Οι συζητήσεις της Ένωσης Γυναικών αφενός έθεταν θεωρητικά ζητήµατα, γύρω από θέµατα όπως η κατάργηση της ιδιωτικής περιουσίας και της έµφυλης ανισότητας, αφετέρου έδιναν λύσεις στον καθηµερινό αγώνα των γυναικών να παρέχουν καύσιµα και τρόφιµα στις οικογένειες. Ταυτόχρονα, συµµετείχαν στην άµυνα της Κοµµούνας, την συντήρηση των οδοφραγµάτων και τη περίθαλψη των αρρώστων και των τραυµατιών. Η Ρος συνοψίζει: «Η Ένωση Γυναικών µπορεί να ιδωθεί ως µια πρακτική απάντηση στα ζητήµατα και προβλήµατα που αφορούσαν την γυναικεία εργασία και συζητούνταν θεωρητικά για πολλά χρόνια».(35)

Ένας άλλος ιστορικός, ο Ντόνυ Γκλούκσταϊν, ισχυρίζεται: «Το έργο της Επιτροπής Εργασίας διαµορφωνόταν και εξαρτιόταν αποκλειστικά από την Ένωση Γυναικών και από τις συνδικαλισµένες επιχειρήσεις υπό εργατικό έλεγχο, οι οποίες µε τη σειρά τους ενδυναµώνονταν από την Επιτροπή».(36) Κάνοντας σαφή τον σκοπό της, η Ένωση Γυναικών διακήρυξε: «Θέλουµε εργασία, αλλά για να κρατούµε το προϊόν της. Όχι πλέον εκµεταλλευτές και αφεντικά. Δουλειά και καλή διαβίωση για όλες». Μετά από δική τους έκκληση, η Κοµµούνα έστησε κοοπερατίβες για την παραγωγή των στολών των εθνοφρουρών, οι οποίες παρείχαν καλούς µισθούς και λειτουργούσαν κάτω από γυναικείο εργατικό έλεγχο.(37)

Ενώ οι γυναίκες υπέφεραν µια ξεχωριστή καταπίεση, ο εργασιακός τους βίος διαµορφωνόταν επίσης από τις ευρύτερες συνθήκες που αντιµετώπιζε η εργατική τάξη. Έκαναν αξιοσηµείωτα βήµατα προς τον εργατικό έλεγχο, παρά τον περιορισµένο χρόνο και τις συνθήκες πολέµου: «Υπήρχε µια ντουζίνα κατασχεµένα εργαστήρια, κυρίως αυτά που συνδέονταν µε την πολεµική βιοµηχανία… Πέντε [ΣτΜ: εργατικές] εταιρείες είχαν ξεκινήσει να ψάχνουν διαθέσιµα εργαστήρια, έτοιµες να τα καταλάβουν». Επιπλέον, κρατικές εταιρείες, όπως το νοµισµατοκοπείο και το εθνικό τυπογραφείο, είχαν τεθεί υπό εργατικό έλεγχο. Ακόµα και οι εργαζόµενοι-ες στα καφέ, ακολουθώντας αυτά τα παραδείγµατα άρχισαν να οργανώνουν ένα συνδικάτο.(38)

Οι ριζοσπαστικές λέσχες

Η παράδοση των ριζοσπαστικών πολιτικών λεσχών, εµπνευσµένη από τη Γαλλική Επανάσταση του 1789-92 και αναζωογονηµένη κατά την Επανάσταση του 1848, είχε αναδυθεί εκ νέου τη χρονιά πριν την Κοµµούνα. Εκεί συζητούσαν µια πλειάδα θεµάτων: την πολιτική στρατηγική, το σε ποιες µεταρρυθµίσεις να δώσουν προτεραιότητα, τα γυναικεία δικαιώµατα, τη στάση απέναντι στην εκκλησία και την επιστήµη, το πώς να οργανώσουν καλύτερα την άµυνα της πόλης και να ενισχύσουν τα οδοφράγµατα, και άλλα πολλά. Παλιότερα αυτά τα θέµατα έµεναν σε κλειστούς ριζοσπαστικούς κύκλους, πλέον όµως οι λέσχες προσέλκυαν ένα ευρύτερο κοινό που στήριζε µε ενθουσιασµό τις προτάσεις τους. Η πλειοψηφία των συµµετεχόντων ήταν εργάτες, συµµετείχαν όµως και ριζοσπάστες της µεσαίας τάξης. Κάθε µέρα, κυρίως στις εργατικές γειτονιές, συνεδρίαζαν περίπου 36 ως 50 λέσχες. Μερικές ήταν πολύ µεγάλες, έχοντας χιλιάδες µέλη, και οι γυναίκες είχαν κεντρικό ρόλο, τόσο στις δικές τους όσο και στις µικτές λέσχες, όπου συνυπήρχαν µε τους άντρες.(39) Πολλές συζητήσεις κατέληγαν µε την αποστολή ψηφισµάτων-αποφάσεων στο Συµβούλιο της Κοµµούνας, και υπήρχε µια ολόκληρη συζήτηση για τη σχέση του Συµβουλίου µε τις λέσχες.

Ένας αντίπαλος της Κοµµούνας, µας έδωσε µια αίσθηση του πνεύµατος που καθιστούσε τις λέσχες ένα ζωογόνο κύτταρο της νέας δηµοκρατίας:

«Από την Rue Druout µέχρι την Μονµάρτη, οι λεωφόροι είχαν µετατραπεί σε µια ατέλειωτη δηµόσια συνάθροιση ή λέσχη, όπου το πλήθος, χωρισµένο σε οµάδες, είχε γεµίσει όχι µόνο τα πεζοδρόµια αλλά και τον δρόµο µε αποτέλεσµα να εµποδίζει… την κυκλοφορία. Σχηµάτιζαν πάρα πολλές δηµόσιες συνελεύσεις, όπου συζητούσαν µε θέρµη για ζητήµατα ειρήνης και πολέµου».(40)

Ο Ελί Ρεκλί, εθνογράφος στο επάγγελµα, που του είχε ανατεθεί η ευθύνη για την διεύθυνση και συντήρηση της Εθνικής Βιβλιοθήκης, αποκαλούσε τις λέσχες «σχολεία του λαού», όπου ο εποικοδοµητικός διάλογος ανθούσε και µία αίσθηση του συνανήκειν δηµιουργούνταν. Η Ρος περιγράφει τις λέσχες ως «µια ηµι-µπρεχτική σύνθεση παιδαγωγικής και διασκέδασης».(41)

Μια εβδοµάδα µετά την ανακήρυξη του εκλεγµένου Συµβουλίου της Κοµµούνας, µε πρωτοβουλία της λέσχης του τρίτου διαµερίσµατος, που υιοθετήθηκε από το Συµβούλιο, οι εκκλησίες σε όλη την πόλη επιτάχθηκαν για να λειτουργήσουν ως χώροι συναντήσεων και οργανωτικά κέντρα. Αυτοί οι χώροι, σε αντίθεση µε τις συνελεύσεις στους δρόµους, δηµιούργησαν µια αίσθηση σοβαρότητας και µονιµότητας στις λέσχες, ενώ έδιναν κι ένα δραµατικό τόνο. Ο Λισαγκαρέ, µέλος της Διεθνούς και συγγραφέας ενός από τα πρώτα βιβλία που εκδόθηκαν για την Κοµµούνα, έδωσε µια γλαφυρή περιγραφή µιας τέτοιας συνάντησης:

«Η Επανάσταση καβαλά τους άµβωνες… σχεδόν κρυµµένη από την σκιά των κρυπτών, στέκεται η φιγούρα του Χριστού, τυλιγµένη στο λαϊκό κόκκινο λάβαρο. Το µόνο φωτεινό κέντρο είναι το γραφείο ανάγνωσης, µπροστά στον άµβωνα, από όπου κρέµονται κόκκινες σηµαίες. Το εκκλησιαστικό όργανο παίζει και οι άνθρωποι τραγουδούν την Μασσαλιώτιδα. Ο ρήτορας, κατενθουσιασµένος από αυτή τη φανταστική ατµόσφαιρα, επιδίδεται σε εκστατικές διακηρύξεις, των οποίων η ηχώ επαναλαµβάνεται διαρκώς σαν µια απειλητική παρουσία. Οι άνθρωποι συζητούν τα γεγονότα της ηµέρας, τα µέσα για την άµυνα. Τα µέλη της Κοµµούνας κρίνονται µε αυστηρότητα και ψηφίζονται δυναµικές αποφάσεις για να παρουσιαστούν την εποµένη στο Hôtel de Ville».(42)

Είναι υπέροχο να φαντάζεται κανείς τέτοιες επαναστατικές διαδικασίες να λαµβάνουν χώρα κάτω από τις ψηλές οροφές και τα όµορφα βιτρό των εκκλησιών. Η κατάληψη αυτών των χώρων ωδής στο προνόµιο και την εξουσία, ήταν µια διαρκής υπενθύµιση της µεγάλης πρόκλησης που είχε εξαπολύσει η Κοµµούνα απέναντι στην αστική εξουσία, τη µοναρχία και τη σύµµαχό τους, την εκκλησία.

Διαχωρίζοντας την εκκλησία από το κράτος

Ο Μαρξ σηµείωσε ότι, αφού καταλύθηκε η δύναµη του κράτους, η Κοµµούνα

«είχε ως έγνοια να συντρίψει την πνευµατική δύναµη της καταπίεσης… µε την αφαίρεση των προνοµίων της εκκλησίας και τη δήµευση των εκκλησιαστικών χώρων… Όλοι οι εκπαιδευτικοί θεσµοί έγιναν ανοιχτοί και δωρεάν για τον λαό, και ταυτόχρονα απελευθερώθηκαν από κάθε παρέµβαση της εκκλησίας και του κράτους. Εποµένως, όχι µόνο έγινε η εκπαίδευση προσβάσιµη σε όλους, αλλά και η ίδια η επιστήµη απελευθερώθηκε από τα εµπόδια τα οποία της είχαν θέσει η ταξική προκατάληψη και η κυβερνητική ισχύς».(43)

Το αντιεκκλησιαστικό αίσθηµα δεν υπήρχε µόνο σε µικρούς κύκλους ριζοσπαστών. Η Καθολική Εκκλησία είχε χρησιµοποιήσει την επιρροή και τον πλούτο της για να στηρίξει τη δικτατορία του Βοναπάρτη, χωρίς να κρύβει ποτέ την εχθρότητά της προς τις δηµοκρατικές ιδέες. Εποµένως, η ολοένα και αυξανόµενη εχθρότητα προς τον Βοναπάρτη, ήταν οργανικά αντικληρικαλιστική, τόσο στους ριζοσπάστες της µεσαίας τάξης όσο και στους φτωχούς των πόλεων. Στις µεγάλες πόλεις, η προσέλευση στις εκκλησιαστικές τελετές είχε µειωθεί δραµατικά πριν την επανάσταση, ειδικά ανάµεσα στους εργάτες. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί. Η εκκλησία δίδασκε τους φτωχούς ότι θα ανταµειφθούν για τα βάσανά τους, όταν περάσουν µέσα από αυτή την κοιλάδα των δακρύων για να φτάσουν στον παράδεισο. Για να µπει κανείς όµως στον παράδεισο, έπρεπε να υποµείνει σιωπηλά την ατελείωτη δυστυχία. Επιπλέον, η εκκλησία, τον καιρό του Διαφωτισµού, σε έναν κόσµο που άλλαζε γρήγορα, γινόταν αντιληπτή σαν ένα προπύργιο της άγνοιας, µε επιστέγασµα τον Κατάλογο Σφαλµάτων (Syllabus of Errors) του 1864, στον οποίο αποκήρυσσε την σύγχρονη κοινωνία.(44) Όπως γράφει ο Μέριµαν: «οι στενοί δεσµοί της εκκλησίας µε τους κατέχοντες εξουσία είχε από καιρό προκαλέσει την λαϊκή οργή. Η γέννηση της Κοµµούνας απλώς την απελευθέρωσε».(45)

Οι νόµοι του κράτους είχαν επηρεαστεί από τις διδαχές της εκκλησίας για την οικογένεια, τον ρόλο της γυναίκας και την ηθική. Εποµένως τα µεταρρυθµιστικά προγράµµατα που κατάρτισαν οι λέσχες για αυτά τα ζητήµατα, χαρακτηρίζονταν συχνά από µια αντιθρησκευτική εχθρότητα.

Δεν υπήρξαν όρια στην ασέβεια που επιδείχτηκε, όταν επιτάχθηκαν οι εκκλησίες. Παρωδίες λειτουργιών, µια στοίβα καπνού στη θέση του αγιασµού, αγάλµατα της Παρθένου Μαρίας ντυµένα µε τις στολές των γυναικών που εφοδίαζαν την Εθνοφρουρά, ενίοτε µε µια πίπα τοποθετηµένη στο στόµα. Ταυτόχρονα όµως οι Κοµµουνάροι, σε πολλές περιπτώσεις επέτρεπαν να τελούνται κανονικά οι πρωινές θρησκευτικές τελετές για τους πιστούς, πριν αρχίσουν οι συνεδριάσεις των λεσχών. Γι’ αυτό το λόγο, οι συνεδριάσεις θα γίνονταν συχνά ανάµεσα σε λουλούδια, εσταυρωµένους και άλλα θρησκευτικά αντικείµενα που είχαν µείνει εκεί από την πρωινή λειτουργία.

Από την εκκλησιαστική περιουσία µπορούσαν να βρεθούν οι χώροι που ήταν απολύτως αναγκαίοι. Επρόκειτο για ένα πρακτικό ζήτηµα το οποίο απλώς έτυχε να διασταυρώνεται µε το αντιεκκλησιαστικό αίσθηµα. Η Παναγία των Παρισίων έγινε αρχικά στρατώνας κι ύστερα φυλακή, όπου οδηγούνταν όσοι αρνούνταν να πολεµήσουν. Η κοοπερατίβα της Ένωσης Γυναικών στεγαζόταν στον ναό του Αγίου Πέτρου στην Μονµάρτη, ο οποίος χρησιµοποιούνταν επίσης σαν αποθήκη πυροµαχικών και σαν σχολείο για κορίτσια. Μια άλλη εκκλησία έγινε ιατρική µονάδα.(46) Αντιστρέφοντας την παλιά τάξη πραγµάτων, οι λέσχες επέµεναν ότι οι κληρικοί οφείλουν να πληρώνουν ενοίκιο στην Κοµµούνα, προκειµένου να χρησιµοποιούν τους εκκλησιαστικούς χώρους για «τις κωµωδίες τους». Τα έσοδα θα πήγαιναν στις χήρες και τα ορφανά του πολέµου. Η λέσχη του προαστίου του Αγίου Αντωνίου πρότεινε να λιώσουν τις καµπάνες και να τις µετατρέψουν σε κανόνια.(47)

Η εχθρότητα προς την εκκλησία είναι ένα µοτίβο που καταγράφεται σε πολλές πηγές της εποχής. Για παράδειγµα, όταν ο αρχιεπίσκοπος, που είχε συλληφθεί, αποκάλεσε τους αξιωµατούχους της αστυνοµίας και των δικαστηρίων «τέκνα µου», έλαβε την αιχµηρή απάντηση: «Δεν είµαστε τέκνα, είµαστε οι δικαστές του λαού!». Ο Μέριµαν παραθέτει ένα έγγραφο, στο οποίο ο αρχιεπίσκοπος περιγράφεται ως «ο Κρατούµενος Α, ο οποίος ισχυρίζεται ότι είναι υπηρέτης ενός τύπου που ονοµάζεται Θεός».(48)

Ενώ το ένα τρίτο των µαθητών συνολικά φοιτούσε σε εκκλησιαστικά σχολεία, η εκκλησία είχε πραγµατικά το µονοπώλιο στην εκπαίδευση των κοριτσιών, ένα γεγονός που σχετιζόταν άµεσα µε τα χαµηλότερα επίπεδα εκπαίδευσης στο γυναικείο πληθυσµό.(49) Σε γενικές γραµµές, η εκκλησιαστική εκπαίδευση ήταν οπισθοδροµική και αποπνικτική. Μια επιτροπή από καλλιτέχνες, δασκάλους και στιχουργούς, ξεκίνησε το κλείσιµο των εκκλησιαστικών σχολείων και την αφαίρεση των θρησκευτικών συµβόλων.(50) Όπου ήταν απαραίτητο, το πλήθος ανέλαβε άµεση δράση για να κλείσει σχολεία που δίδασκαν κληρικοί, οι οποίοι δεν είχαν τα απαραίτητα προσόντα, που απαιτούνταν για τους κανονικούς δασκάλους. Πολλοί εξ αυτών παραιτήθηκαν, ζητώντας από λαϊκούς [Στµ. Μη εκκλησιαστικούς] δασκάλους να τους αντικαταστήσουν. Μέχρι τον Μάη είχε απαγορευτεί η θρησκευτική διδασκαλία σε όλα τα σχολεία.

Εκπαίδευση

Τα µέλη της Πρώτης Διεθνούς είχαν πρωτοστατήσει σε συζητήσεις και προτάσεις καινοτόµων ιδεών, σε µια γκάµα θεµάτων σχετικών µε την εκπαίδευση. Το επίσηµο περιοδικό της Κοµµούνας καταγράφει τον ενεργό τους ρόλο στην οργάνωση δηµόσιων διαλέξεων και ανοιχτών εκπαιδευτικών συζητήσεων, καθώς και στην αναδιοργάνωση της δηµόσιας εκπαίδευσης µε στόχο «τη µεγαλύτερη δυνατή πρόσβαση».

Η Ρος αποδίδει καλά το πόσο κεντρικό ήταν αυτό το ζήτηµα:

«Μια ζωντανή εµπειρία “ισότητας στην πράξη”, η Κοµµούνα ήταν καταρχήν µια σειρά πράξεων µε στόχο την αποσάθρωση της κρατικής γραφειοκρατίας, που έγιναν από απλούς καθηµερινούς ανθρώπους. Πολλές από αυτές τις πράξεις στόχευαν, όπως ήταν λογικό, αυτή τη συγκεκριµένη κεντρική γραφειοκρατία: τα σχολεία».(51)

Οι συζητήσεις για την εκπαίδευση δεν περιορίστηκαν στο ζήτηµα του κοσµικού της χαρακτήρα. Το ένα τρίτο των παιδιών δεν είχε καθόλου πρόσβαση στην παιδεία, και η Κοµµούνα θα επιχειρούσε να εφαρµόσει την υποχρεωτική και ισότιµη εκπαίδευση για τα αγόρια και για τα κορίτσια. Οι µισθοί των δασκάλων αυξήθηκαν, και οι γυναίκες είχαν ίση αµοιβή µε τους άντρες. Δηµιουργήθηκε ένα σχολείο τεχνικών δεξιοτήτων µε µία γυναίκα ως διευθύντρια. Οι µαθητές-τριες θα λάµβαναν επιστηµονική και λογοτεχνική εκπαίδευση. Ύστερα θα περνούσαν ένα µέρος της µέρας ασχολούµενοι µε την εφαρµογή της τέχνης και του σχεδίου στη βιοµηχανία. Ένας από τους πιο ένθερµους οπαδούς των πολυτεχνικών σχολών ήταν ο Εζέν Ποττιέ, µέλος της Διεθνούς και υποστηρικτής της ιδέας του ουτοπικού σοσιαλιστή Σαρλ Φουριέ περί «ελκυστικής εργασίας». Γιος ενός καλαθοποιού, ο Ποττιέ ήταν σχεδιαστής και ποιητής. Σε αντίθεση µε σήµερα, οι θεωρητικές και πρακτικές συζητήσεις γύρω από τα θέµατα της εκπαίδευσης δεν γίνονταν σε κλειστούς κύκλους ακαδηµαϊκών, αλλά στις λέσχες της πόλης. Οι διακηρύξεις που αποκρυστάλλωναν αυτές τις συζητήσεις τυπώνονταν σε αφίσες, οι οποίες µε την σειρά τους κολλούνταν στους τοίχους της πόλης. Μια από αυτές έφερε την υπογραφή του Ποττιέ και έγραφε µεταξύ άλλων:

«Κάθε παιδί ανεξαρτήτως φύλου, έχοντας ολοκληρώσει τον πρώτο κύκλο εκπαίδευσης, να µπορεί να αποφοιτήσει έχοντας στις αποσκευές του τη γνώση ενός ή δυο χειρωνακτικών επαγγελµάτων: αυτός είναι ο στόχος µας…η τελευταία λέξη της ανθρώπινης προόδου συνοψίζεται σε µια απλή φράση: Δουλειά από όλους, για όλους».(52)

«Κοσµικοί παιδικοί σταθµοί» δηµιουργήθηκαν κοντά σε εργασιακούς χώρους γυναικών. Ακολουθούσαν τις κατευθυντήριες γραµµές του ουτοπικού σοσιαλιστή Σαρλ Φουριέ: οι εργαζόµενες σε αυτούς δεν έπρεπε να φορούν µαύρα ή σκουρόχρωµα ρούχα και εναλλάσσονταν διαρκώς, για να αποφεύγεται η ρουτίνα και η κούραση, αφού «είναι σηµαντικό τα παιδιά να τα προσέχουν µόνο χαρούµενες νέες κοπέλες, όποτε είναι εφικτό». Οι θρησκευτικές αναπαραστάσεις αντικαταστάθηκαν µε εικόνες και γλυπτά πραγµατικών αντικειµένων, όπως δέντρων και ζώων, όπως και µε κλουβιά γεµάτα πουλιά. Η πλήξη θεωρήθηκε «το µεγαλύτερο βάσανο» των παιδιών.(53) Για να πάρει κανείς µια αµυδρή αίσθηση του περιεχοµένου της διδασκαλίας, έχει διασωθεί αυτή η ανεκδοτολογική ιστορία όπου ένας καθωσπρέπει κύριος είδε ένα «απόσπασµα» από 200 «νήπια» να παρελαύνει πίσω από µια κόκκινη σηµαιούλα κι ένα τύµπανο. «Τραγουδούν µε πάθος την “Μασσαλιώτιδα”. Αυτή η γκροτέσκα παρέλαση γιορτάζει το άνοιγµα ενός κοσµικού σχολείου που οργανώθηκε από την Κοµµούνα».(54)

Ο συνεργάτης του Μαρξ, Μπενουά Μαλόν, βοήθησε στη δηµιουργία ενός ασύλου για ορφανά και για παιδιά που το είχαν σκάσει από το σπίτι τους, όπου εκεί µπορούσαν να µάθουν βασικές γνώσεις. Η Πόλα Μινκ άνοιξε ένα από τα πρώτα σχολεία κοριτσιών. Επιτάχθηκε ένα σχολείο Ιησουιτών, επειδή είχε τον πιο προηγµένο εξοπλισµό και εργαστήρια. Ο Εντουάρ Βαγιάν οργάνωσε ένα τεχνικό σχολείο για κορίτσια, καταλαµβάνοντας τη Σχολή Καλών Τεχνών (École des Beaux Arts). Αυτό το σχολείο εισήγαγε µια νέα προσέγγιση στη διδασκαλία. Κάθε ειδικευµένος εργάτης πάνω από την ηλικία των 40, µπορούσε να κάνει αίτηση για να γίνει καθηγητής.(55)

Επίσης, η έµφαση στην επιστήµη ως θεµέλιο για την πρόοδο της κοινωνίας ήταν ισχυρή. Μια νεαρή επιστήµονας από τις ΗΠΑ, η Μαίρη Πάτναµ Τζάκοµπι, έτυχε να βρίσκεται στο Παρίσι. Η εµπειρία της εκείνη την άνοιξη την «οδήγησε σε µια πολιτική αφύπνιση» και την ενέπνευσε να αγωνιστεί τις επόµενες 3 δεκαετίες εναντίον των σεξιστικών προκαταλήψεων στη γυναικεία βιολογία. Έγινε θερµή υπέρµαχος της ισότιµης συµµετοχής των γυναικών στην ιατρική και ανέπτυξε τη φιλοσοφική άποψη ότι η πρόοδος της επιστήµης και η πρόοδος των γυναικών ταυτιζόταν. Επίσης, «αποπαθολογικοποίησε» την έµµηνο ρύση, αποδεικνύοντας ως ψευδή την µέχρι τότε ευρέως αποδεκτή ιδέα, ότι η ανάπαυση ήταν αναγκαία για να αποτραπεί η στειρότητα, µια από τις αντιδραστικές προυντονικές προλήψεις.

Γυναικεία δικαιώµατα και η οικογένεια

Ο Μαρξ χλευάζει τους άντρες «που το είχαν σκάσει από το Παρίσι, τους ανθρώπους της οικογένειας, της θρησκείας και πάνω απ’ όλα της ιδιοκτησίας», και γράφει:

«Στη θέση τους βγήκαν στην επιφάνεια οι πραγµατικές γυναίκες του Παρισιού, -ηρωικές, ανοιχτόκαρδες και αφοσιωµένες, σαν τις γυναίκες της αρχαιότητας. Ήταν το Παρίσι που εργαζόταν, που σκεφτόταν, που µαχόταν, που µάτωνε, που αφοσιωµένο όπως ήταν στη δηµιουργία µιας νέας κοινωνίας, ξεχνούσε σχεδόν τους καννίβαλους που βρίσκονταν έξω από τις πύλες του, και ακτινοβολούσε µέσα στον ενθουσιασµό της ιστορικής του πρωτοβουλίας!»(56)

Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι γυναίκες συµµετείχαν στην προώθηση πολλών ριζοσπαστικών προτάσεων της Κοµµούνας. Αυτό δεν πρέπει να µας προκαλεί έκπληξη. Οι γυναίκες -λόγω της ιδιαίτερης φύσης της καταπίεσής τους- µπορούν να είναι φορείς πιο συντηρητικών ιδεών σε περιόδους σταθερότητας, ειδικά όταν είναι παγιδευµένες στους τοίχους του σπιτιού. Όταν όµως αγωνίζονται ενάντια στις αλυσίδες της καταπίεσής τους, γίνονται συχνά τα πιο δυναµικά στοιχεία του µαζικού κινήµατος, καθώς έχουν περισσότερα να κερδίσουν και λιγότερα να χάσουν από έναν ριζικό µετασχηµατισµό της υπαρκτής κατάστασης.

Η Κοµµούνα προχώρησε άµεσα σε µακρόπνοες και ριζικές αλλαγές σχετικά µε τη θέση της γυναίκας. Η κατάργηση των ενοικίων και η απαγόρευση πώλησης των αγαθών που ήταν δεσµευµένα στα ενεχυροδανειστήρια, αφαίρεσε ένα τεράστιο βάρος από τις εργατικές οικογένειες. Ένα διάταγµα στις 10 Απριλίου παραχώρησε σύνταξη 600 φράγκων στις συζύγους –«νόµιµες» ή ντε φάκτο– των εθνοφρουρών που είχαν σκοτωθεί κατά την άµυνα της Κοµµούνας. Κάθε παιδί τους, εντός ή εκτός γάµου, θα έπρεπε να λαµβάνει 365 φράγκα µέχρι να γίνει 18 χρονών. Επιπλέον, τα ορφανά θα λάµβαναν την απαραίτητη εκπαίδευση «έτσι ώστε να γίνουν ανεξάρτητα µέσα στην κοινωνία».(57) Όπως σηµειώνει η Εντίθ Τόµας στην κοινωνική ιστορία των γυναικών της Κοµµούνας: «Αυτό αποτελούσε µια άρρητη αναγνώριση της δοµής της εργατικής οικογένειας, όπως υπήρχε στην πραγµατικότητα, έξω από το αστικό νοµικό και θρησκευτικό πλαίσιο». Η ελεύθερη συµβίωση ήταν κάτι συνηθισµένο µέσα στην εργατική τάξη, αλλά δεν αναγνωρίζονταν από την εκκλησία ή το κράτος, αποστερώντας από τις γυναίκες την αξιοπρέπεια, για να µην µιλήσει κανείς για την οικονοµική ενίσχυση, δεδοµένου του ότι οι ανύπαντρες γυναίκες δεν µπορούσαν να λάβουν επίδοµα χηρείας. Επίσης, «σε µια πόλη που το ένα τέταρτο των ζευγαριών ήταν ανύπαντρα, η εκκλησία, η οποία κανονικά χρέωνε δύο φράγκα για να καταγράψει µια γέννα, απαιτούσε 7,5 φράγκα [σχεδόν δύο ηµεροµίσθια για πολλούς] για ένα “παράνοµο” παιδί».(58)

Η Τόµας σχολιάζει ότι η σύνταξη χηρείας ήταν «ένα από τα πιο επαναστατικά µέτρα στο σύντοµο βίο της Κοµµούνας. Το ότι αυτό το µέτρο εξόργισε την αστική τάξη, και έγινε δεκτό µε ενθουσιασµό από τα µέλη της Κοµµούνας ήταν χαρακτηριστικό της σηµασίας του». (59)

Αλλά οι γυναίκες δεν ήταν παθητικές αποδέκτριες αυτών των µεταρρυθµίσεων. Ήταν κυρίως γυναίκες αυτές που έσυραν την γκιλοτίνα στην Rue Voltaire και την έκαψαν, στις 10 Απριλίου. Ήταν γυναίκες κάποια από τα πιο µαχητικά στοιχεία στις γυναικείες και στις µικτές λέσχες. Ήταν ιδιαίτερα αιχµηρές στην αποδοκιµασία του γάµου. Στη λέσχη της Λεζ Αλ, µία αγωνίστρια προειδοποίησε ότι ο γάµος «είναι το µεγαλύτερο λάθος της αρχαιότητας. Το να είσαι παντρεµένη σηµαίνει να είσαι σκλάβα». Στη λέσχη της Σαιντ Αµπρουάζ, µια γυναίκα δήλωσε ότι δεν θα επέτρεπε στην δεκαεξάχρονη κόρη της να παντρευτεί, και ότι θα ήταν χαρούµενη να συζήσει µε έναν άντρα «δίχως την ευλογία της εκκλησίας».(60) Τουλάχιστον µία ακόµα λέσχη ψήφισε υπέρ του ελεύθερου διαζυγίου, µια πολιτική που εφαρµόστηκε από το Συµβούλιο της Κοµµούνας. Αυτού του τύπου οι συζητήσεις στις λέσχες έδρασαν καταλυτικά για τις µεταρρυθµίσεις που αναφέραµε, που δεν ήρθαν απλώς από τα πάνω, δηλαδή από το Συµβούλιο της Κοµµούνας. Ο γάµος σταµάτησε να είναι ένα δεσµευτικό συµβόλαιο, πλέον έγινε µια γραπτή συµφωνία µεταξύ του ζευγαριού, η οποία µπορούσε να διαλυθεί ευκολότερα.(61)

Η Λέσχη της Επανάστασης, που είχε συγκροτήσει η Λουίζ Μισέλ, µαζί µε άλλες λέσχες, έθεσαν το ζήτηµα του δικαιώµατος στην έκτρωση, το οποίο είχε γίνει δεκτό από το Συµβούλιο της Κοµµούνας. Στη λέσχη των Ελεύθερα Σκεπτόµενων, η Ναταλί Λεµέλ -µια βιβλιοδέτρια και µέλος της οµάδας του Μαρξ στην Διεθνή, η οποία συνεργαζόταν µε την άλλη συνεργάτιδα του Μαρξ, την Ελίζαµπεθ Ντµίτριεφ και την Ένωση των Γυναικών- µαζί µε την Λοντουίσκα Καβέτσκα, η οποία κυκλοφορούσε µε παντελόνια και δύο περίστροφα να κρέµονται στην ζώνη της, επιχειρηµατολογούσαν υπέρ του διαζυγίου και της γυναικείας απελευθέρωσης.(62)

Πολλές από τις ιδέες για τη γυναικεία απελευθέρωση, όπως και αυτές για την εκπαίδευση, δεν εµφανίστηκαν πρώτη φορά στην Παρισινή Κοµµούνα. Η µαρξιστική οµάδα στη Διεθνή, µαζί µε φεµινίστριες όπως η Αντρέ Λεό, είχαν ήδη δηµιουργήσει ένα ρεύµα υποστήριξης των ιδεών αυτών ανάµεσα στους πιο µαχητικούς εργάτες και τους σοσιαλιστές. Όµως, το επαναστατικό κίνηµα άνοιξε ένα ολόκληρο νέο πεδίο ευκαιριών για να κερδίσουν αυτές οι ιδέες τους λαϊκή υποστήριξη.

Ο ρόλος της τέχνης

Ο αντικαπιταλιστικός, ενάντια στις ελίτ, προσανατολισµός της Διεθνούς προσέλκυσε εύλογα διάφορους καλλιτέχνες, συγγραφείς και άλλους διανοούµενους, των οποίων η εξάρτηση από την πατρωνία και την κρατική επιχορήγηση περιόριζε την καλλιτεχνική και πολιτική τους έκφραση.

Ο Εζέν Ποττιέ έγινε γνωστός γιατί έγραψε τη Διεθνή, τον ύµνο που αποτυπώνει όλον τον διεθνισµό και την «ασέβεια» της Κοµµούνας. Πριν από αυτό, έγραψε επίσης το ιδρυτικό µανιφέστο της Οµοσπονδίας των Καλλιτεχνών, όπου εισήγαγε τον όρο «Κοινοτική Πολυτέλεια», που η Κριστίν Ρος χρησιµοποίησε ως τίτλο στο οµώνυµο βιβλίο της.(63) Ο ιδρυτής και πρόεδρος της Οµοσπονδίας ήταν ο Γκυστάβ Κουρµπέ, ο οποίος αργότερα συνελήφθη µε την κατηγορία ότι διέταξε την κατεδάφιση της στήλης της Βαντόµ.(64) Η Οµοσπονδία οργάνωνε συζητήσεις για τον ρόλο της τέχνης και των καλλιτεχνών στην κοινωνία, την ενσωµάτωση της τέχνης στην καθηµερινή ζωή, αλλά και για το πώς µπορούµε να υπερβούµε το διαχωρισµό µεταξύ οµορφιάς και χρησιµότητας. Προσέλκυσε στις γραµµές της γνωστούς καλλιτέχνες όπως οι Κορό, Μανέ και Ντωµιέ, οι οποίοι καυτηρίαζαν αυτούς που εγκατέλειψαν το Παρίσι για τις Βερσαλλίες όπως οι Σεζάν, Πισαρό και Ντεγκά. Ο Εµίλ Ζολά, που συναναστρεφόταν τους αντιδραστικούς στις Βερσαλλίες, ντρόπιασε τον εαυτό του όταν κατέφυγε σε χλευαστικές επιθέσεις ενάντια στον Κουρµπέ για τη συµµετοχή του στην πολιτική, µια σφαίρα που θεωρούσε ξένη για τους καλλιτέχνες.(65)

Η Οµοσπονδία αρνήθηκε να ασχοληθεί µε οποιαδήποτε καλλιτεχνική δηµιουργία παρέµενε ανυπόγραφη. Αυτό ήταν µια απάντηση στην προηγούµενη πρακτική όπου οι καλλιτέχνες υποχρεώνονταν να πωλούν τα έργα τους ανυπόγραφα, έτσι ώστε να κρατάει το µεγαλύτερο κέρδος ο µεσάζοντας. Η προσωπική ιστορία του Ναπολέοντα Γκαγιάρ, ενός ακόµα µέλους της Διεθνούς, δείχνει τον τρόπο σκέψης τους. Ο Γκαγιάρ, τσαγκάρης στο επάγγελµα, τέθηκε υπεύθυνος των οδοφραγµάτων. Αλλά πώς µπορεί κανείς να υπογράψει µια τόσο µεγάλη δηµιουργία όπως ένα οδόφραγµα; Ένας εχθρός της Κοµµούνας εξηγεί πώς έλυσε ο Γκαγιάρ το πρόβληµα:

«Φαινόταν τόσο περήφανος για το δηµιούργηµά του που, το πρωί της 20ής Μαΐου, τον είδαµε µε την πλήρη εξάρτηση της στολής του διοικητή, τέσσερα χρυσά κορδόνια στο µανίκι και στο καπέλο, κόκκινες καρφίτσες στο πέτο, µπότες ιππασίας ,µε τα µακριά του µαλλιά να ανεµίζουν,µε σταθερό βλέµµα και µε το χέρι του στην µέση… φωτογραφήθηκε».(66)

Στο πνεύµα των θεωριών της Οµοσπονδίας, ο Γκαγιάρ έγραψε πραγµατείες για το πόδι και την µπότα, και εφηύρε τις γαλότσες. Υπήρχαν άνθρωποι που δεν θα φορούσαν άλλα παπούτσια πέρα από αυτά που σχεδίασε ο ίδιος, ακόµα και χρόνια µετά τον θάνατό του. Από την εξορία έγραψε «Η Τέχνη του Παπουτσιού είναι, πέρα από αυτά που λέγονται, η πιο δύσκολη των τεχνών, η πιο χρήσιµη και πάνω απ’ όλα αυτή που έχει κατανοηθεί λιγότερο». Επέµενε να αναγνωρίζεται ως εργάτης και ως ένας «καλλιτέχνης τσαγκάρης». Η στάση του και τα γραπτά του συνόψιζαν την άποψη της Οµοσπονδίας Καλλιτεχνών για το ξεπέρασµα του δίπολου όµορφο/χρήσιµο, καλώντας τον κόσµο να απαιτεί παπούτσια φτιαγµένα για το πόδι όπως είναι, και όχι όπως υποτίθεται ότι θα έπρεπε να είναι. (67)

Η προσπάθεια να ξεπεραστεί ο διαχωρισµός της τέχνης από την βιοµηχανία και την ζωή γενικότερα, ήταν ένα θέµα που προκάλεσε πολλές συζητήσεις και πειραµατισµούς, επηρεάζοντας έντονα τον βρετανό σοσιαλιστή συγγραφέα και σχεδιαστή υφασµάτων Γουίλιαµ Μόρις.

Ο Διεθνισµός της Κοµµούνας

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς έγραφαν στην Γερµανική Ιδεολογία νωρίτερα, ότι οι εργάτες θα µπορούσαν να γίνουν ικανοί να δηµιουργήσουν µια νέα κοινωνία µόνο µέσα από την πάλη τους ενάντια στην παλιά. Το Παρίσι τον Μάρτιο του 1871 υπήρξε µια θεαµατική επιβεβαίωση αυτής της θέσης. Η Γαλλία βρισκόταν σε πόλεµο µε την Πρωσία από τον Ιούλιο του 1870, αλλά το πνεύµα της Κοµµούνας ήταν έντονα διεθνιστικό: «Υπό το βλέµµα του πρωσικού στρατού που είχε προσαρτήσει δύο γαλλικές επαρχίες στη Γερµανία, η Κοµµούνα προσάρτησε στη Γαλλία τους εργάτες όλου του κόσµου». Ένας Ουγγρο-εβραίος εργάτης τοποθετήθηκε στη νευραλγική θέση του υπουργού Εργασίας. «Τίµησαν τους ηρωικούς γιους της Πολωνίας [Νταµπρόβσκι και Βροµπλέβσκι] θέτοντάς τους επικεφαλής της άµυνας του Παρισιού». Επιπλέον, «για να σηµατοδοτήσει τη νέα αυτή φάση της ιστορίας την οποία είχε συνείδηση ότι ξεκινά, υπό το βλέµµα των Πρώσων και του στρατού του Βοναπάρτη, η Κοµµούνα κατεδάφισε το κολοσσιαίο µνηµείο της στρατιωτικής αρετής, την στήλη Βαντόµ».(68)

Αυτό δεν ήταν απλά µια στιγµιαία απόφαση, την ώρα της αγωνιστικής ορµής. Είχε επενδυθεί πολύ σκέψη και σχεδιασµός για το πώς θα αφαιρεθεί το άγαλµα από την κορυφή της στήλης. Υπάρχει µια φωτογραφία της στοίβας των χαλασµάτων στην πλατεία Βαντόµ, τα αποµεινάρια του αγάλµατος του Ναπολέοντα, περιτριγυρισµένα από ανέπαφα κτίρια: Οι Κοµµουνάροι είχαν επιστρατεύσει τους καλύτερους µηχανικούς και εργάτες για την κατεδάφιση. Μάλιστα ο αρχικός σκοπός τους ήταν να µεταφέρουν το άγαλµα σε µουσείο, αλλά αποδείχθηκε αρκετά εύθραυστο για να αντέξει την πτώση. Η πλατεία Βαντόµ ονοµάστηκε πλατεία της Διεθνούς.(69)

Όπως και οι πολλές µεταρρυθµίσεις που υιοθετήθηκαν, οι ιδέες του διεθνισµού αναπτύσσονταν µεταξύ των ριζοσπαστών εργατών πριν τον Μάρτιο του 1871. Ο Λισαγκαρέ περιγράφει την ανάπτυξη µιας µαχητικής εργατικής τάξης, ανεξάρτητης από την ολοένα και πιο συντηρητική φιλελεύθερη αστική τάξη. Το 1870, κυκλοφορούσαν φήµες για τον επερχόµενο πόλεµο µε την Πρωσία:

«Οι επαναστάτες σοσιαλιστές γεµίζουν τις λεωφόρους κραυγάζοντας “Ζήτω η Ειρήνη!” και τραγουδούν το ρεφρέν –“Οι λαοί είναι αδελφοί µας/Και οι τύραννοι είναι οι εχθροί µας”. …Μην µπορώντας να επηρεάσουν την αστική τάξη, στρέφονται στην εργατική τάξη της Γερµανίας… “Αδέλφια, διαµαρτυρόµαστε εναντίον του πολέµου, εµείς που επιζητούµε την ειρήνη, την εργασία και την ελευθερία. Αδέλφια, µην ακούτε τους καλοπληρωµένους που προσπαθούν να σας εξαπατήσουν ως προς τις πραγµατικές επιθυµίες της Γαλλίας”».(70)

Το γεγονός ότι η Κοµµούνα αγκάλιασε τους ξένους µαχητές εν µέσω πολέµου, όπως και η κατεδάφιση του συµβόλου της αυτοκρατορικής ισχύος, έδειξε ότι ο διεθνισµός της δεν ήταν µόνο ρητορικός.

Αναδιοργανώνοντας την Κοινωνία Δηµοκρατικά

Οι παρατηρητές της εποχής, και οι εχθρικά και οι φιλικά διακείµενοι προς την Κοµµούνα, σχολίαζαν ότι οι εκλεγµένοι ηγέτες της, ήταν άγνωστοι. Αυτό δεν ήταν ακριβώς τόσο αληθές όσο δείχνει. Πολλοί από αυτούς είχαν ήδη γίνει γνωστοί µέσα από τη συµµετοχή τους στις συζητήσεις και τις λέσχες. Στην καθώς πρέπει κοινωνία, τέτοιοι λαϊκοί ηγέτες ήταν αόρατοι, και τότε όπως και τώρα. Ένα άλλο σχόλιο που εµφανίζεται συχνά στις παρατηρήσεις της εποχής, αλλά και σε άλλες ιστορίες, είναι η απειρία τους. Και πώς αλλιώς θα µπορούσε να είναι; Όπως τονίζει ο Μαρξ, ήταν η πρώτη φορά που οι εργάτες είχαν συγκροτηθεί επαρκώς ως τάξη για να ηγηθούν ενός κινήµατος αλλαγής. Εποµένως ακόµα και έµπειροι αγωνιστές έρχονταν αντιµέτωποι µε νέα ερωτήµατα.

Ο Ντόνι Γκλούκσταϊν εξετάζει το πώς λειτούργησε η δηµοκρατία. Σωστά, την τοποθετεί µέσα στο πλαίσιο όπου οι Κοµµουνάροι θα έπρεπε να αµυνθούν απέναντι στις Βερσαλλίες, που διέθεταν τον εκπαιδευµένο στρατό ενάντια στις µικρότερες σε αριθµό και «άτακτες» δυνάµεις της Εθνοφρουράς. Οι αιχµάλωτοι πολέµου απελευθερώθηκαν από τον Μπίσµαρκ, για να συνδράµουν στη συντριβή του Παρισιού. Τους βοµβάρδιζαν µε ψέµατα και ιστορίες τρόµου σχετικά µε τις προθέσεις των Παριζιάνων, καλλιεργώντας µια φρενίτιδα µίσους, η οποία εξαπολύθηκε την τελευταία εβδοµάδα του Μάϊου. Ωστόσο αυτή η δολοφονική «τελευταία στροφή» ήταν µόνο η κατάληξη µιας εκστρατείας αυξανόµενων βοµβαρδισµών και εισβολών του στρατού στο Παρίσι. Σε αυτές τις επιθέσεις σκοτώθηκαν και αιχµαλωτίστηκαν αρκετοί Εθνοφρουροί.

Δεδοµένων αυτών των συνθηκών, οι ανθρωπιστικές αρχές της Κοµµούνας έπρεπε να συνυπάρξουν -και συχνά να έρθουν σε σύγκρουση- µε τις ανάγκες της άµυνας. Για παράδειγµα, η κατάργηση της θανατικής ποινής διαχώριζε την ιδέα της επανάστασης από τέτοιες σκληρότητες. Μπροστά όµως στις σφαγές και την εξαφάνιση των αιχµαλώτων στις φυλακές των Βερσαλλιών, η θανατική ποινή επανήλθε. Μόνο τρεις άνθρωποι εκτελέστηκαν συνολικά, αλλά όπως είδαµε αργότερα, µετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, υπάρχει µια αναπόφευκτη ένταση µεταξύ άξιων µακρόπνοων στόχων και του άµεσου προβλήµατος της επιβίωσης.

Ο Γκλούκσταϊν δείχνει πώς το Συµβούλιο της Κοµµούνας-µε έδρα το Hôtel deVille, το Δηµαρχείο- συνδεόταν µε το δίκτυο των διαµερισµατικών επιτροπών, των λεσχών και πολλών άλλων οργανισµών που ξεπηδούσαν συνεχώς. Ισχυρίζεται ότι «ο βασικός ζωντανός συνδετικός δεσµός ανάµεσα στο µαζικό κίνηµα και το Συµβούλιο της Κοµµούνας ήταν οι λέσχες».(71)

Δεν µπορούµε να κατανοήσουµε πώς λειτουργούσε η δηµοκρατία στην Κοµµούνα, αν δεν πάρουµε υπόψη τη δραστήρια ζωή των λεσχών. Ζητούσαν την δηµιουργία µιας πιο στιβαρής ηγεσίας, µε τη µορφή µιας Επιτροπής για την Δηµόσια Ασφάλεια, γεγονός που δηµιούργησε ευρύτατες διαφωνίες. Το όνοµα έφερνε στο µυαλό όλων την περίοδο του Τρόµου της Μεγάλης Επανάστασης, που ερχόταν σε αντίφαση µε την εικόνα νοµιµότητας και πασιφισµού, στην οποία επέµεναν πολύ οι ηγέτες στο Hôtel deVille. Μερικές γυναίκες έφτιαξαν τις δικές τους επιτροπές επαγρύπνησης, παρά τους δισταγµούς του Συµβουλίου της Κοµµούνας. Η λέσχη της Saint-Severin, πιθανότατα µια λέσχη όπου οι υποστηρικτές της Διεθνούς είχαν σηµαντική δύναµη, ζήτησε από την Κοµµούνα να «αποτελειώσει την αστική τάξη µε ένα χτύπηµα, και να καταλάβει την τράπεζα της Γαλλίας», ένα σηµείο στο οποίο ο Μαρξ είχε επιµείνει ιδιαίτερα, σε πολλές περιστάσεις.

Στις 13 Μάη, στη Λέσχη της Επανάστασης, όπου ήταν µέλος και η Λουίζ Μισέλ, µια συνεδρίαση 3.000 ανθρώπων, µόλις µια βδοµάδα πριν την τελευταία µατωµένη εβδοµάδα, ψήφισε οµόφωνα υπέρ της κατάργησης των δικαστών, την άµεση σύλληψη των ιερέων και την εκτέλεση ενός κρατουµένου κάθε εικοσιτετράωρο µέχρι να αφεθούν ελεύθεροι οι πολιτικοί κρατούµενοι στις Βερσαλλίες.(72) Αυτά ήταν τα αιτήµατα µερικών από τους πιο ριζοσπάστες των Κοµµουνάρων, γεγονός που δείχνει και το επίπεδο της συζήτησής και το πώς τα επιχειρήµατα των οργανωµένων αγωνιστών µπορούσαν να αποκτήσουν µαζικά ακροατήρια. Αυτό βοηθήθηκε εν µέρει από την αναποφασιστικότητα στο Hôtel deVille, η οποία ενίσχυε τη λαϊκή ανυποµονησία.

Οι λέσχες επέµεναν ότι έπρεπε να επιβλέπουν τις πράξεις του Συµβουλίου της Κοµµούνας. Έντεκα από αυτές δηµιούργησαν µια οµοσπονδία για να εκδίδει ένα ενηµερωτικό δελτίο, µερικές καλούσαν τα µέλη του Συµβουλίου να παρακολουθούν τις συναντήσεις τους ώστε να υπάρχει αλληλοτροφοδότηση απόψεων. Αυτά τα χαοτικά γεγονότα δείχνουν τον δυναµισµό που είχε απελευθερωθεί, αλλά και την σύγχυση για το πώς θα µπορούσαν να νικήσουν, εναντίον ενός στρατού που γινόταν όλο και πιο απειλητικός. Ο Γκλούκσταϊν καταλήγει στο συµπέρασµα ότι ήταν οι «τοµείς», που περιλάµβαναν οργανώσεις όπως η Ένωση Γυναικών, αυτοί που συνεργάστηκαν πιο αποτελεσµατικά µε το Hôtel de Ville, δηµιουργώντας µια «δυνατή και αµοιβαία» σχέση: «Στην εκπαίδευση, για παράδειγµα, µεγάλο µέρος της ορµής δεν ήρθε από το Συµβούλιο της Κοµµούνας αλλά από τα προϋπάρχοντα σώµατα των εκπαιδευτικών». Επίσης, έχουµε ήδη δει τον ρόλο της Ένωσης Γυναικών σε σχέση µε την Επιτροπή Εργασίας και το Συµβούλιο της Κοµµούνας.(73)

Ο τρόπος που οι λέσχες πίεζαν το Συµβούλιο της Κοµµούνας, έπαιρναν πρωτοβουλίες και απαιτούσαν από το Συµβούλιο να τις ενηµερώνει για τις αποφάσεις του, είναι σηµαντικός για να καταλάβουµε τον ρόλο των γυναικών στην επαναστατική διαδικασία. Η Τζούντι Κοξ σωστά ασκεί κριτική στην Γκέι Γκούλικσον, η οποία, όπως και οι περισσότεροι ιστορικοί, υποτιµά την πρόοδο που συντελέστηκε για τις γυναίκες, επικαλούµενη το ότι δεν υπήρχαν γυναίκες εκλεγµένες στο Συµβούλιο της Κοµµούνας. Πρόκειται για ένα διπλό λάθος. Πρώτον, η Γκούλικσον, όπως αρκετές φεµινίστριες, παίρνει ως δεδοµένο ότι οι άνδρες δεν µπορούν να εκφράσουν τα γυναικεία συµφέροντα. Όµως η υποστήριξη των γυναικείων δικαιωµάτων δεν είναι απλώς ζήτηµα φύλου, αλλά και πολιτικής άποψης. Όπως τονίζει η Κοξ, «Η µαρξιστική πτέρυγα της Πρώτης Διεθνούς ήταν η µοναδική πολιτική οργάνωση στην Γαλλία, η οποία υποστήριζε το δικαίωµα ψήφου για τις γυναίκες. Τουλάχιστον τέσσερις σοσιαλιστές άντρες, µέλη της Κοµµούνας –οι Εζέν Βαρλέν, Μπενουά Μαλόν, Εντουάρ Βαγιάν και Λέο Φρανκέλ– πήραν πρωτοβουλίες που προωθούσαν την ισότητα των γυναικών στους τοµείς ευθύνης τους».(74)

Όµως δεν ήταν απλώς υπόθεση κάποιων αντρών µε αξίες, που στέκονταν ενάντια στην καταπίεση. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι φωνές των γυναικών ακούγονταν ξεκάθαρα στις λέσχες, στα οδοφράγµατα και σε κάθε δραστηριότητα της Κοµµούνας. Στις σύγχρονες υποστηρίκτριες της γυναικείας απελευθέρωσης, το γεγονός ότι οι γυναίκες δεν έλαβαν δικαίωµα ψήφου φαίνεται σοκαριστικό. Ωστόσο δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι το απαίτησαν και οι ίδιες. Όπως γράφει η Ρος:

«Η Ένωση Γυναικών δεν έδειχνε ίχνος ενδιαφέροντος για αιτήµατα κοινοβουλευτικού ή δικαιωµατικού τύπου. Σε αυτό το πλαίσιο, τα µέλη της όπως η Λουίζ Μισέλ, η Πόλα Μινκ και άλλες, ήταν αδιάφορες για το δικαίωµα ψήφου (ένας σηµαντικός στόχος το 1848) και για τις παραδοσιακές µορφές ρεπουµπλικανικής πολιτικής… Με άλλα λόγια, για αυτές η συµµετοχή στη δηµόσια ζωή δε συνδεόταν µε το δικαίωµα ψήφου».(75)

Όλα αυτά ισχύουν, αλλά επίσης η Εθνική Επιτροπή της Νέας Φρουράς, όταν συνειδητοποίησε ότι είχε τεθεί επικεφαλής µια επιτυχηµένης εξέγερσης, υπέθεσε ότι πρέπει να λειτουργήσει εντός νοµικού πλαισίου. Έτσι οι εκλογές, για τις οποίες πήραν την έγκριση των δηµάρχων, έγιναν µε τους υπάρχοντες κυβερνητικούς νόµους, οι οποίοι έδιναν δικαίωµα ψήφου µόνο σε άντρες. Δεν γνωρίζουµε ποιο θα ήταν το αποτέλεσµα αν επιφανείς γυναίκες είχαν ηγηθεί ενός αγώνα για το δικαίωµα ψήφου των γυναικών, είναι όµως προφανές ότι θα έβρισκαν σηµαντική υποστήριξη.

Η Γκούλικσον αντιµετωπίζει τις απόψεις των πιο συντηρητικών Προυντονιστών -εναντίον των οποίων ο Μαρξ αγωνίστηκε αδιάκοπα- ως ένδειξη µιας γενικευµένης κουλτούρας ανδρικού σωβινισµού, η οποία περιθωριοποιούσε τις γυναίκες. Ακόµα όµως και κάποιοι αριστεροί Προυντονιστές, όπως ο Λεφρανσέ, υποστήριζαν τα δικαιώµατα των γυναικών. Και παρότι φεµινίστρια, η Γκούλικσον δεν αντιµετωπίζει µε σεβασµό τη φωνή της Αντρέ Λεό(76), µιας επιφανούς φεµινίστριας ήδη πολύ πριν την Κοµµούνα, και εκδότριας του περιοδικού La Sociale. Για να ενισχύσει την υπόθεσή της, η Γκούλικσον παραθέτει ένα απόσπασµα από δηµοσίευµα της Λεό, σχετικά µε την υποτιµητική συµπεριφορά αξιωµατικών της Νέας Φρουράς και ενός γιατρού προς γυναίκες εθελόντριες. Όµως η Λεό κατέληγε στο ίδιο άρθρο µε το εξής: «Εντοπίσαµε την ύπαρξη των πολύ διαφορετικών συµπεριφορών. Οι αξιωµατικοί[που προέρχονταν από τη µεσαία τάξη] και οι χειρούργοι, έδειχναν ανεξαιρέτως µια έλλειψη συµπάθειας που κυµαινόταν από ψυχρότητα µέχρι προσβολές. Όµως οι Εθνοφρουροί έδειχναν σεβασµό κι αδελφική διάθεση». Ακριβώς επειδή δηµοσίευσε τα παράπονα εναντίον των αξιωµατικών, ο Λουί Ροσσέλ, ο Επίτροπος για την Αµυνα, ζήτησε τις συµβουλές της για να συµµετέχουν περισσότερες γυναίκες στην στρατιωτική προσπάθεια.(77)

Φυσικά δεν πείστηκαν όλοι αµέσως από τις πιο ριζοσπαστικές απόψεις όπως περιγράφονται εδώ. Το σηµαντικό είναι ότι οι γυναίκες αµφισβητούσαν τις οπισθοδροµικές απόψεις, πίεζαν για τις µεταρρυθµίσεις που χρειάζονταν, και η Κοµµούνα υιοθετούσε τα αιτήµατά τους. Η πλειοψηφία των άρθρων της Λεό στο La Sociale δεν αφορούσε αποκλειστικά γυναίκεια θέµατα. Όταν όµως έγραφε για γυναικεία θέµατα, υπογράµµιζε την ανάγκη αλλά και τη δυνατότητα της αλληλεγγύης µεταξύ των φύλων. Ένα από τα άρθρα της είχε τίτλο “Toutes avec Tous” (Ολες µαζί µε Ολους).(78)

Μπορούµε να προσθέσουµε ένα ακόµη σηµείο. Η Γκούλικσον δεν µπορεί να αναγνωρίσει τη γιγάντια πρόοδο που συντελέστηκε από τις γυναίκες, και την παρακαταθήκη που άφησαν στην εργατική τάξη, για να µάθει από αυτήν, επειδή η ίδια όπως και άλλες φιλελεύθερες φεµινίστριες, εστιάζει στις εκλεγµένες ηγεσίες. Είναι βέβαια σηµαντικό να βλέπει κανείς και αυτό το επίπεδο, οι σοσιαλιστές/τριες όµως δίνουν σηµασία στις αλλαγές που συµβαίνουν κάτω από την επιφάνεια, εκεί όπου οι εργάτριες/ες είχαν καταπιαστεί µε τη δηµιουργία δηµοκρατικών θεσµών, συζητούσαν νέες ιδέες και έπαιρναν θαυµαστές πρωτοβουλίες. Μέσα σε µια ταραγµένη περίοδο όπως είναι η επανάσταση, ο δηµοκρατικός χαρακτήρας της διαδικασίας δεν µπορεί να κατανοηθεί πλήρως από την ανάλυση µόνο των συνταγµάτων και των επίσηµων δοµών. Σηµασία έχει η δυναµική της διαδικασίας και οι αφετηριακές τάσεις που αναδύονται αυθόρµητα µέσα από τον αγώνα, οι οποίες µπορούν να αναπτυχθούν περεταίρω από τη συνειδητή πολιτική παρέµβαση.

Πολλές εκ των υστέρων κριτικές της Κοµµούνας εντοπίζουν ως κοµβικό λάθος την µη δέσµευση των αποθεµατικών κεφαλαίων της Εθνικής Τράπεζας. Ακόµα και αυτό όµως ήταν, εν µέρει, απότοκο της αυστηρής προσήλωσης στις δηµοκρατικές διαδικασίες, που ήταν ο κανόνας κατά τη διάρκεια της Κοµµούνας. Ο Ραούλ Ριγκώ, µπλανκιστής και µέλος της Διεθνούς, ήταν επικεφαλής της «πρώην αστυνοµικής διοίκησης». Ήταν µια έντονη προσωπικότητα µε προϊστορία στο κίνηµα, γνωστός και ως «καθηγητής των οδοφραγµάτων», όπως τον αποκάλεσε ένας δικαστής σε µία από τις πολλές δίκες του.(79) Διέταξε κάποιους φρουρούς να καταλάβουν την τράπεζα, για να εθνικοποιήσουν τον αποθηκευµένο πλούτο της. Επιρρεπής όµως στον ελιτισµό που χαρακτήριζε τους Μπλανκιστές, δεν το είχε συζητήσει µε το υπόλοιπο Συµβούλιο και έτσι η πρότασή του µπλοκαρίστηκε από τους Προυντονιστές. Ενας από αυτούς, επέµενε ότι η Τράπεζα «θα πρέπει να είναι σεβαστή ως ιδιωτική περιουσία, η οποία ανήκει στους µετόχους»! Μέχρι να συζητηθεί από την Επιτροπή η πρόταση, η ευκαιρία είχε πλέον χαθεί.(80)

Ο Ένγκελς υποστήριξε ότι «η Τράπεζα στα χέρια της Κοµµούνας θα άξιζε περισσότερο από 10.000 οµήρους». Είναι συζητήσιµο κατά πόσο η κατάληψη της τράπεζας θα είχε πιέσει τις Βερσαλλίες να αποδεχτούν µιαν ανακωχή, όπως πίστευε ο Ένγκελς, αλλά είναι σίγουρο ότι τα χρήµατα θα µπορούσαν να χρησιµοποιηθούν για να ενισχυθούν τα επιτεύγµατα της Κοµµούνας. Για παράδειγµα, η Κοµµούνα χρειάστηκε να ξοδέψει 21 εκατοµµύρια φράγκα για την άµυνα, αφήνοντας µόνο 1.000 φράγκα για την εκπαίδευση, έναν τοµέα που ήταν βαθιά έγνοια όλων των εµπλεκόµενων. Επίσης, αυτή η διστακτικότητα να καταλάβουν ένα προπύργιο της κρατικής εξουσίας και της αστικής τάξης αντανακλά την πανταχού παρούσα επιθυµία τους να κινηθούν µέσα στα όρια της νοµιµότητας και να µην κατηγορηθούν αυτοί ως οι υπεύθυνοι του εµφυλίου πολέµου που µαινόταν γύρω τους.(81) Αν και υπάρχουν παραδείγµατα ηγετών της Κοµµούνας που δεν λογοδοτούσαν για τα πεπραγµένα τους, οι αδυναµίες που εντοπίζουν οι ιστορικοί θα πρέπει να ιδωθούν υπό το πρίσµα του εµφύλιου πολέµου, της πολιορκίας και της οικονοµικής και κοινωνικής κατάρρευσης. Το σηµαντικό επίτευγµα της Κοµµούνας το τόνισε ο Μαρξ: Το έµβρυο µιας εργατικής δηµοκρατίας, µε εκλεγµένους και ανακλητούς αντιπροσώπους, δικαστές και αξιωµατούχους σε κάθε επίπεδο. Σε αυτή την ιστορική καινοτοµία αξίζει να εστιάσουµε την προσοχή µας και όχι στις κατανοητές ελλείψεις.

Ένα τελευταίο σηµείο. Οι δοµές που δηµιουργήθηκαν από την Κοµµούνα δεν µπορούν να µεταφερθούν αυτούσιες ως ένα µοντέλο για το σήµερα. Η εργατική τάξη στο Παρίσι ήταν η µεγαλύτερη κοινωνική οµάδα, αριθµώντας 900.000 εργάτες, περιτριγυρισµένους από 400.000 µικροαστούς, οι οποίοι κατείχαν τα 4.000 µανάβικα, τα 1.900 χασάπικα και 1.300 φούρνους. Ωστόσο, η αναδόµηση του Παρισιού από τον Οσµάν αποθάρρυνε τη δηµιουργία µεγάλων εργασιακών χώρων. Οι περισσότεροι από αυτούς βρίσκονταν κυρίως στον εξωτερικό δακτύλιο του Παρισιού. Η βιοµηχανία Cail στο βορειοανατολικό Παρίσι, όπου εργάζονταν 2.800 εργάτες για την παραγωγή ατµοµηχανών και βαγονιών, ήταν µάλλον η εξαίρεση παρά ο κανόνας. Οι εργασιακοί χώροι µε πάνω από 10 εργάτες αποτελούσαν µόλις το 7% του συνόλου, µε το 31% των επιχειρήσεων να έχουν από 2 ως 10 εργάτες. O Γκλούκσταϊν καταλήγει:

«Ο χαρακτήρας της παραγωγής… είχε επηρεάσει την οργανωτική δοµή του κινήµατος του 1871… Ήταν δύσκολο να αναπτυχθεί συνδικαλιστική δράση και να οικοδοµηθεί ευρύτερη δραστηριότητα σε τόσο µικρούς εργασιακούς χώρους. Τέτοιες παραγωγικές µονάδες δεν µπορούν να αποτελέσουν συλλογική εστία για την εργατική τάξη. Αντιθέτως, αυτή προέκυψε από την Εθνοφρουρά και τις λέσχες, οι οποίες παρείχαν ένα πλαίσιο για την συλλογική έκφραση και οργάνωση».(82)

Στην Ρωσική Επανάσταση του 1905, οι εργάτες θα έκαναν ένα νέο άλµα και θα δηµιουργούσαν τα σοβιέτ, αποτέλεσµα της µεγάλης ανάπτυξης της βιοµηχανικής εργατικής τάξης, η οποία συνενώθηκε σε εργασιακούς χώρους µεγαλύτερους από οτιδήποτε είχε δει το Παρίσι το 1871. Αυτό σήµαινε ότι το επίκεντρο της οργάνωσης έγινε ο χώρος δουλειάς, ακόµα και αν οι δρόµοι παρέµεναν µια σηµαντική εστία για τις µεγάλες και ενωµένες διαδηλώσεις, που ήταν σηµείο ενοποίησης για τους εργάτες από διαφορετικές βιοµηχανίες. Αυτό ήταν πολύ σηµαντικό. Όπως είπε η Ρόζα Λούξεµπουργκ, «εκεί που σµιλεύονται οι αλυσίδες της καταπίεσης, εκεί πρέπει να σπάσουν». Ωστόσο, οι αρχές και οι αξίες της Κοµµούνας επιβίωσαν και στα σοβιέτ: όλοι οι εκπρόσωποι και οι υπεύθυνοι ήταν ανακλητοί ανά πάσα στιγµή, λογοδοτούσαν σε αυτούς που τους ψήφιζαν, πληρώνονταν µισθούς ίσους µε των εργατών και παρέµεναν στη δουλειά, όπου βίωναν τις συνθήκες για τις οποίες καλούνταν να πάρουν αποφάσεις. Η Παρισινή Κοµµούνα εποµένως, µπορεί να κατανοηθεί σαν ένας οιωνός, ένας προάγγελος της µελλοντικής κοινωνίας. Με τα λόγια του Μαρξ:

«Η εργατική τάξη δεν περίµενε θαύµατα από την Κοµµούνα. Δεν είχαν προκατασκευασµένες ουτοπίες για να τις εισάγουν µε ένα διάταγµα του λαού .Γνωρίζουν ότι για να κερδίσουν την απελευθέρωσή τους… έχουν να περάσουν µέσα από δύσκολους αγώνες, µέσα από µια σειρά ιστορικών διαδικασιών, η οποία µετασχηµατίζει και τις συνθήκες και τους ανθρώπους. Δεν έχουν έτοιµα ιδανικά να θέσουν σε εφαρµογή, έχουν να απελευθερώσουν τα στοιχεία της νέας κοινωνίας».(83)

Κάποιες πλευρές της Κοµµούνας έχουν ξεπεραστεί από µετέπειτα αλλαγές, και δεν γνωρίζουµε ακριβώς πώς θα µοιάζει µια εργατική επανάσταση στον αιώνα µας. Όµως, οι βασικές αρχές της συλλογικότητας και της δηµοκρατίας που εγκαθίδρυσε, παραµένουν και σήµερα ζωτικές για την σύγχρονη εργατική τάξη.

Η βαρβαρότητα της άρχουσας τάξης

-Η µατωµένη βδοµάδα

Ο Μαρξ επέµενε ότι οι άνθρωποι δηµιουργούν την ιστορία τους, αλλά όχι µέσα σε συνθήκες της δικής τους επιλογής.(84) Η εξέγερση που έγινε την 18η Μαρτίου ανάγκασε τους Κοµµουνάρους να επιχειρούν να αναδιοργανώσουν την κοινωνία, εν µέσω της πρωσικής πολιορκίας και του εµφύλιου πολέµου. Αυτοί οι παράγοντες ήταν καθοριστικοί για την ήττα της ηρωικής εξέγερσης.

Την Κυριακή 21 Μαΐου, τα στρατεύµατα των Βερσαλλιών επιτέθηκαν στο Παρίσι. Νέα οδοφράγµατα υψώθηκαν στον ένα δρόµο µετά τον άλλο, καθώς ο πληθυσµός κινητοποιήθηκε σε µια τελική ηρωική προσπάθεια να υπερασπιστεί την Κοµµούνα. Ένας αυτόπτης µάρτυρας περιγράφει πώς ένα από τα οδοφράγµατα το έχτισε και το υπερασπιζόταν ένα «τάγµα περίπου 120 γυναικών. Όταν έφτασα, µια σκοτεινή µορφή ξεπρόβαλε από την πύλη. Ήταν ένα κορίτσι µε έναν φρυγικό σκούφο [ΣτΜ: σκουφί-σύµβολο της ελευθερίας µετά τη Γαλλική Επανάσταση] στο κεφάλι, µε ένα µουσκέτο στα χέρια και µια ζώνη µε φυσίγγια στην µέση της. “Αλτ, πολίτη, δεν µπορείς να προχωρήσεις!”»(85). Βλέπουµε εδώ το πώς άλλαξε η θέση της γυναίκας, από εκεί που τον Μάρτιο παρακαλούσαν τους στρατιώτες να µην πυροβολήσουν, πλέον είχαν γίνει περήφανες µαχήτριες, έτοιµες να πεθάνουν µε αξιοπρέπεια και τιµή.

Μόλις µια βδοµάδα αργότερα, 30.000 ή και περισσότεροι άνθρωποι, είχαν δολοφονηθεί από τους αντεπαναστάτες. Οι τίτλοι των σχετικών κεφαλαίων στο βιβλίο του Λισαγκαρέ συνοψίζουν την εµπειρία αυτή: «Η µανιασµένη οργή των Βερσαλλιών», «ο λογαριασµός της αστικής εκδικητικότητας». Η ουσία των γεγονότων αποτυπώνεται στον τίτλο του βιβλίου του Τζον Μέριµαν, Σφαγή.(86) Αν και υπάρχει µια ανοιχτή συζήτηση για το µέγεθος των απωλειών, δεν έχει νόηµα να σκαλίζουµε τους ακριβείς αριθµούς. Πολλές απώλειες δεν καταγράφηκαν, καθώς τα πτώµατα πετάχτηκαν σε µαζικούς τάφους και αργότερα αποτεφρώθηκαν. Αµέτρητοι εξαφανίστηκαν µέσα στις φυλακές ή µεταφέρθηκαν σε αποικίες, όπου κανείς δε ξέρει πόσοι µπορεί να πέθαναν. Άλλοι διέφυγαν αναζητώντας άσυλο, και υπάρχουν ελάχιστες πηγές για το πόσοι επέζησαν των τραυµάτων τους. Αυτή η βαρβαρότητα αρχικά χειροκροτήθηκε από τις σοβαρές αστικές εφηµερίδες στην Ευρώπη, των οποίων οι δηµοσιογράφοι ακολουθούσαν τον στρατό «σαν τα τσακάλια». Ένας δηµοσιογράφος ζητούσε «το τέλος αυτού του διεθνούς δηµοκρατικού τρωκτικού», του Κόκκινου Παρισιού. Όταν όµως ήρθαν αντιµέτωποι «µε τη µυρωδιά της σφαγής», τα σµήνη από µύγες πάνω στα πτώµατα, τα δέντρα δίχως φύλλα, τους δρόµους γεµάτους από νεκρά πουλιά, ακόµα και µερικοί από αυτούς τους αστούς δηµοσιογράφους αισθάνθηκαν αποστροφή. «Ας µη σκοτώσουµε άλλους» παρακαλούσε το Paris Journal, «Αρκετές εκτελέσεις, αρκετό αίµα, αρκετά θύµατα» δήλωνε η Nationale.(87)

Οι ανώτερες τάξεις όµως, που ζούσαν από την εργασία αυτών που σφαγιάζονταν, δεν εξέφραζαν τέτοιους ενδοιασµούς στην αγριότητά τους.(88) Οι καθώς πρέπει κυρίες, ξεναγούνταν στα µπουντρούµια όπου ρίχνονταν οι φυλακισµένοι, κρατώντας στις µύτες τους τα δαντελένια µαντήλια τους –φτιαγµένα από τις γυναίκες τις οποίες περιεργάζονταν– για να µη µυρίζουν τη βρώµα των κελιών και των ετοιµοθάνατων Κοµµουνάρων. Διασκέδαζαν πολύ να πειράζουν µε τα οµπρελίνα τους τις γυναίκες κρατούµενες. Πολλά δηµόσια πρόσωπα, συµπεριλαµβανοµένων δικαστών και άλλων καθώς πρέπει αστών, συνέχιζαν να ζητούν αίµα. Για να δικαιολογήσουν αυτή τη φρενίτιδα, κατασκεύαζαν ψέµατα που ταίριαζαν µε τις προκαταλήψεις τέτοιων καθαρµάτων. Ένας ανώνυµος Άγγλος περιέγραψε τους Κοµµουνάρους σαν «µεθυσµένους µε µανία, µεταµορφωµένους σε άγρια θηρία πιασµένα σε παγίδα». Κατά τη γνώµη του, αυτό «καθιστούσε την εξολόθρευσή τους µια αναγκαιότητα».(89) Η άρχουσα τάξη µισούσε ιδιαίτερα τις Κοµµουνάριες, τις οποίες απεικόνιζε ως «µοχθηρές», «άγριες» και σεξουαλικά διεφθαρµένες.

Ο θυµός τους, τροφοδοτήθηκε από υστερικές ιστορίες για τις διαβόητες πυρπολήτριες (petroleuses), που υποτίθεται ότι θα έκαιγαν το Παρίσι. Ο µύθος των πυρπολητριών χρειάζεται την προσοχή µας. Η Εντίθ Τόµας ονόµασε το βιβλίο της για τις γυναίκες της Κοµµούνας Les Petroleuses, το οποίο µεταφράστηκε ως Οι Εµπρήστριες [The Women Incendiaries]. Εξετάζοντας τα δεδοµένα καταλήγει ότι δεν είναι ξεκάθαρο, αν υπήρξαν οι πυρπολήτριες, µε τον τρόπο που οι αντιδραστικοί χρησιµοποιούσαν τον όρο. Ταυτόχρονα όµως, οι Κοµµουνάροι/ιες χρησιµοποίησαν τη φωτιά, σαν όπλο για να καταστρέψουν κτίρια στα οποία θα µπορούσαν οι στρατιώτες των Βερσαλλιών να στήσουν τα οπλοπολυβόλα. Η φωτιά επίσης χρησιµοποιήθηκε σαν µια µορφή οδοφράγµατος, ένα τείχος φωτιάς, για να µην αφήνει τους στρατιώτες να προελαύνουν, το οποίο είχε δηµιουργηθεί από τους αµυνόµενους, που σίγουρα στις τάξεις τους είχαν γυναίκες και πιθανότατα και παιδιά.(90) Ο Μέριµαν καταγράφει τις εντολές του υπεύθυνου πολέµου της Εθνοφρουράς, Σαρλ Ντελεκλύζ, ενός ηλικιωµένου Γιακωβίνου, αλλά και άλλων, συµπεριλαµβανοµένων µελών του Συµβουλίου της Κοµµούνας, σύµφωνα µε τις οποίες θα ανατίναζαν ή θα πυρπολούσαν σπίτια. Ο Ντελεκλύζ, έχοντας καταλάβει ότι δεν υπάρχει η δυνατότητα να οργανώσει µια στρατιωτική τακτική που θα µπορούσε να απωθήσει την επίθεση, «υιοθέτησε µια στρατηγική µαζικής λαϊκής αντίστασης». Οι στρατηγοί της Εθνοφρουράς διέταξαν «το κάψιµο µερικών εµβληµατικών παρισινών κτιρίων, στις εύπορες γειτονιές της πόλης», όπως και µερικών δηµοσίων κτιρίων. Ένας από τους Κοµµουνάρους στρατηγούς διέταξε να καεί το Παλάτι του Κεραµεικού. Ο Γκυστάβ Λεφρανσέ, ο πιο ριζοσπάστης από τους Προυντονιστές, παραδέχτηκε ότι ήταν ένας εξ’ αυτών «που ένιωσε ανατριχιαστική χαρά όταν έβλεπε αυτό το µοχθηρό παλάτι να τυλίγεται στις φλόγες». Όταν µια γυναίκα ρώτησε την Ναταλί Λεµέλ, τι µπορούσε να δει να καίγεται στη Μονµάρτη, η Λεµέλ απάντησε απλά, «τίποτα απολύτως, µόνο το Παλαί Ρουαγιάλ και το Παλάτι του Κεραµεικού, γιατί δεν θέλουµε πλέον βασιλιά».(91)

Ο Μαρξ είχε δίκιο που υπερασπίστηκε το κάψιµο της πόλης:

«Το Παρίσι των εργατών, µέσα στο ηρωικό αυτό-ολοκαύτωµα, τύλιξε στις φλόγες του κτίρια και µνηµεία. Τη στιγµή που κοµµατιάζουν το ζωντανό σώµα του προλεταριάτου, οι αφέντες του δεν πρέπει πια να περιµένουν ότι θα επιστρέψουν πανηγυρικά στους άθικτους τοίχους των σπιτιών τους. Η κυβέρνηση των Βερσαλλιών φωνάζει, “Εµπρησµός!” και ψιθυρίζει το σύνθηµα αυτό σε όλους τους πράκτορές της…για να κυνηγήσουν τους εχθρούς της παντού σαν ύποπτους εµπρηστές εξ επαγγέλµατος. Η αστική τάξη όλου του κόσµου βλέπει µε ευχαρίστηση τη µαζική αυτή σφαγή ύστερα από τη µάχη, ταράζεται όµως από φρίκη µπροστά στη βεβήλωση τούβλων και σοβάδων!

…Η Κοµµούνα χρησιµοποίησε την φωτιά αποκλειστικά ως µέσο άµυνας. Την χρησιµοποίησε για να φράξει στα στρατεύµατα των Βερσαλλιών εκείνες τις πλατιές ολόισιες λεωφόρους, που ο Οσµάν είχε επίτηδες ανοίξει για να είναι κατάλληλες για τα πυρά πυροβολικού. Την χρησιµοποίησε για να καλύψει την υποχώρησή της, κατά τον ίδιο τρόπο, που οι Βερσαλλιέροι χρησιµοποίησαν στην προέλασή τους τις οβίδες,, οι οποίες κατέστρεψαν τουλάχιστον τόσα κτίρια όσα και οι φωτιές της Κοµµούνας. Ακόµα και σήµερα υπάρχει συζήτηση για το ποια κτίρια κάηκαν από τους επιτιθέµενους και ποια από τους αµυνόµενους. Και οι αµυνόµενοι κατέφυγαν στη φωτιά, µόνο όταν ο στρατός των Βερσαλλιών είχε πια αρχίσει τη µαζική σφαγή των αιχµαλώτων».(92)

Ο ηρωισµός των παιδιών, των γυναικών και των αντρών καθώς πολεµούσαν για να υπερασπιστούν την «κοινοτική τους πολυτέλεια», θα επιβίωνε στη µνήµη του σοσιαλιστικού κινήµατος και της εργατικής τάξης. Το να πολεµάς και να πεθαίνεις έγινε ένδειξη επαναστατικής τιµής. Σε διάφορα αποµνηµονεύµατα συχνά υπάρχουν σκηνές όπως αυτή που παραθέτει ο Λισαγκαρέ για το οδόφραγµα του διαµερίσµατος του Τεµπλ:

«Ο πιο ακούραστος πυροβολητής ήταν ένα παιδί. Το οδόφραγµα έπεσε, όλοι οι αµυνόµενοι εκτελέστηκαν και ήρθε και η ώρα του παιδιού. Ζήτησε µία παύση τριών λεπτών “έτσι ώστε να πάει το ασηµένιο ρολόι του στη µητέρα του, που ζούσε απέναντι, για να µην χάσει τουλάχιστον τα πάντα”. Ο αξιωµατικός, απρόθυµα συγκινηµένος, τον άφησε να φύγει, πιστεύοντας ότι δεν θα τον έβλεπε ξανά. Τρία λεπτά αργότερα όµως το παιδί φώναξε “Έφτασα!”, πήδησε στο οδόστρωµα και σβέλτα στήθηκε στον τοίχο δίπλα στη στοίβα µε τα σώµατα των συντρόφων του».

Ο Λισαγκαρέ κατέληγε: «Το Παρίσι δεν θα πεθάνει ποτέ, όσο βγάζει τέτοιους ανθρώπους».(93) Ο Βίκτωρ Ουγκώ, ο οποίος δεν ήταν υποστηρικτής της Κοµµούνας, αλλά έδειξε αλληλεγγύη µπροστά στη σφαγή, έγραψε ένα ποίηµα για αυτό το περιστατικό. Καταλήγει εκφράζοντας τον ευσεβή πόθο να έδινε ο αξιωµατικός χάρη στο παιδί.(94)

Ο Γκυστάβ Κουρµπέ θυµάται:

«Η µέθη της σφαγής και της καταστροφής είχε καταλάβει τους ανθρώπους, οι οποίοι αν και συνήθως ήπιοι, είχαν γίνει τροµεροί, εξωθηµένοι όπως ήταν στα άκρα από την κατάσταση… Θα πεθάνουµε αν πρέπει, φώναζαν άντρες, γυναίκες και παιδιά, αλλά δεν θα οδηγηθούµε στην Καγιέν».(95)

H Λουίζ Μισέλ έµεινε διάσηµη για την αγέρωχη στάση της στην δίκη:

«Καθώς φαίνεται ότι κάθε καρδιά που χτυπά για την ελευθερία έχει µόνο δικαίωµα σε λίγο µολύβι, ζητώ και ‘γω το µερίδιό µου… Αν µε αφήσετε να ζήσω, δεν θα πάψω να ζητώ εκδίκηση… Αν δεν είστε δειλοί, σκοτώστε µε».(96)

Υπό τον φόβο ότι θα µπορούσε να γίνει µια µάρτυρας, γύρω από την οποία θα κινητοποιούνταν οι εργάτες, δεν εκτελέστηκε αλλά καταδικάστηκε σε εξορία στη Νέα Καληδονία, όπου συνάντησε τη Ναταλί Λεµέλ. Κατά τη διάρκεια της άµυνας του Παρισιού, η Λεµέλ είχε τεθεί επικεφαλής ενός αποσπάσµατος της Ένωσης Γυναικών. Παρέλασαν µε µια κόκκινη σηµαία, από την συγκέντρωσή τους στο mairie(97) στο τέταρτο διαµέρισµα, προς την Μπατινιόλ, για να την υπερασπιστούν. Περίπου 120 γυναίκες συγκράτησαν τα κυβερνητικά στρατεύµατα για αρκετές ώρες. Όσες αιχµαλωτίστηκαν εκτελέστηκαν επί τόπου, µία εκ των οποίων ήταν η µοδίστρα Μπλανς Λεφέβρ, οργανώτρια της Ένωσης Γυναικών και µέλος του κύκλου του Μαρξ. Μερικές αµύνθηκαν στο οδόφραγµα στην Πλατεία Πιγκάλ για άλλες 3 ώρες, αλλά όλες σκοτώθηκαν, στον τόπο που ο Λισαγκαρέ έδοσε το όνοµα «το µυθικό οδόφραγµα». Η Λεµέλ φρόντιζε για ώρες τραυµατίες. Η σύντροφός της, Ελιζαµπέτ Ντµίτριεφ, τις τελευταίες ώρες βρισκόταν στη Μονµάρτη µαζί µε τη Λουίζ Μισέλ και τον Λεό Φρανκέλ.(98)

Η πλειοψηφία των φτωχών δεν είχε πολλές επιλογές πέρα από ένα γενναίο θάνατο, και το έκανε µε περηφάνια. Οι πιο µορφωµένοι, αν στέκονταν τυχεροί, έβρισκαν τρόπο να καταφύγουν στην εξορία. Ο Φρανκέλ µεταφέρθηκε λαθραία από έναν αµαξά και διέφυγε στη Γερµανία µαζί µε την Ντµίτριεφ. Μπορούσαν να υποδυθούν ένα ζευγάρι Πρώσων, καθώς µιλούσαν άπταιστα γερµανικά. Η Ντµίτριεφ επέστρεψε στη Ρωσία, για να καταλήξει στην εξορία της Σιβηρίας, συνοδεύοντας έναν επαναστάτη που ήταν ο πραγµατικά σύζυγός της. Εξαιτίας της αποµόνωσης, δεν έµαθε ποτέ για την αµνηστεία, οπότε πέρασε το υπόλοιπο της ζωής της στην τούνδρα, όπου πολλοί επαναστάτες άφησαν την τελευταία τους πνοή. Η Λουίζ Μισέλ κράτησε τον υπόσχεσή της. Επέστρεψε στη Γαλλία µετά την αµνηστεία, συνελήφθη σε µια διαδήλωση ανέργων το 1883, καταδικάστηκε σε έξι χρόνια φυλακής στην αποµόνωση, και συνελήφθη ξανά το 1890. Διέφυγε στην Αγγλία, επέστρεψε ξανά στη Γαλλία, όπου και πέθανε από πνευµονία τον Ιανουάριο του 1905.(99)

Ένας γιατρός σχολίασε την γενναιότητα των Κοµµουνάρων:

«Δεν επιθυµώ το θρίαµβο του σκοπού σας. Όµως δεν έχω ξαναδεί τραυµατισµένους να παραµένουν τόσο ήρεµοι και ψύχραιµοι κατά την εγχείρηση. Αποδίδω το κουράγιο αυτό στην ενέργεια που τους δίνουν οι πεποιθήσεις τους».(100)

Με αυτό τον τρόπο ερµήνευσαν και οι υποστηρικτές της Κοµµούνας την γενναία της αντίσταση. Ενέπνευσε γενιές, φωτίζοντας το ρητό «καλύτερα να πεθάνεις µαχόµενος παρά να ζεις γονατιστός», ως την πιο αξιοπρεπή απάντηση στη βαρβαρότητα της άρχουσας τάξης. Αν είχαν απλώς παραδοθεί, για να αποφύγουν την αιµατοχυσία, δεν υπάρχει καµία απόδειξη ότι δεν θα τους σκότωναν, και η επανάστασή τους σίγουρα δεν θα προκαλούσε τόσο µεγάλη έµπνευση σε γενιές εργατών και σοσιαλιστών αγωνιστών.

Πολιτική Αποτίµηση

«Όλοι εµείς οι ταπεινοί της γης, που ζούσαµε στην καταφρόνια, θα γίνουµε το παν εµείς», γράφει ο Ποττιέ στη Διεθνή. Πώς θα γίνει όµως αυτό; Ποιες πολιτικές και ποια θεωρία ταίριαζε καλύτερα στις ανάγκες της Κοµµούνας; Όταν θυµόµαστε τους παλιότερους εργατικούς αγώνες, το να αξιολογούµε τις πολιτικές ιδέες που δοκιµάστηκαν µέσα στη µάχη αποτελεί ένα σηµαντικό µέρος του να τιµούµε τη µνήµη τους. Για να αξίζουν τα βάσανα των ηττηµένων το αίµα που χύθηκε, είναι ευθύνη όσων εµπνέονται από αυτούς να προσπαθούν να βγάλουν συµπεράσµατα, αλλιώς οι θυσίες τους θα επαναλαµβάνονται δίχως τέλος. Στο τελευταίο άρθρο της, πριν δολοφονηθεί τον Ιανουάριο του 1919, η Ρόζα Λούξεµπουργκ αναφέρθηκε στην Παρισινή Κοµµούνα, σαν µια αλληγορία της µοίρας της επανάστασης που κατέρρεε γύρω της. Από τη σκοπιά όµως της ιστορικής αποστολής της εργατικής τάξης, τέτοιες ήττες εξυπηρετούσαν έναν σκοπό:

«Πού θα βρισκόµασταν σήµερα χωρίς αυτές τις “ήττες”, από τις οποίες αντλούµε ιστορική εµπειρία, κατανόηση, δύναµη και έµπνευση; …Στεκόµαστε πάνω στο βάθρο όλων αυτών των ηττών. Και όλες τους είναι αναντικατάστατες, επειδή κάθε µία εµπλουτίζει την κατανόηση µας και µας δυναµώνει».(101)

Πολλές φορές σε αυτά τα 150 χρόνια που µεσολάβησαν, οι εργάτες έδειξαν ότι αν µπορούσαν να αποκτήσουν τον έλεγχο, θα έχτιζαν µια ανθρώπινη κοινωνία, έναν σοσιαλιστικό κόσµο. Σε κάθε αγώνα µπορούµε να δούµε τα ίχνη αυτής της αλήθειας, και αυτή η έµπνευση ενώνει πολλούς ανθρώπους µε διαφορετικές πολιτικές απόψεις µέσα στην Αριστερά. Αναλογιστείτε λίγο αυτό: 150 χρόνια πριν, όταν ο αγώνας για τα γυναικεία δικαιώµατα ήταν στη βρεφική του ηλικία, οι πιο ριζοσπαστικές λέσχες στο Παρίσι απαίτησαν και κέρδισαν στήριξη για το δικαίωµα στην έκτρωση.

Αλλά το ερώτηµα που έχει µείνει αναπάντητο στην εργατική τάξη, µέχρι στιγµής, είναι το πώς να πάρουν τον έλεγχο και να τον κρατήσουν, πώς να νικήσουν τις πανίσχυρες δυνάµεις του καπιταλισµού που στέκονται απέναντί τους. Οι Προυντονιστές, οι Γιακωβίνοι και οι Μπλανκιστές ήταν οι οµάδες µε την µεγαλύτερη επιρροή στο Συµβούλιο της Κοµµούνας. Η Διεθνής του Μαρξ, είχε χιλιάδες µέλη, αλλά δεν είχε συνεκτική θεωρία και πολιτική. Καµία από αυτές τις οµαδοποιήσεις δεν µπορούσε να προσφέρει την ηγεσία που χρειαζόταν.

Η Εθνοφρουρά εξέλεξε µια Κεντρική Επιτροπή µόλις δυό βδοµάδες πριν την εξέγερση. Αν και άπειροι, µαζεύτηκαν να συζητήσουν τι θα κάνουν υπό το φως της αυθόρµητης εξέγερσης. Μέχρι το τέλος της ηµέρας, το Hôtel de Ville καταλήφθηκε και έγινε το στρατηγείο των εξεγερµένων. Τους έλειπε όµως η αυτοπεποίθηση να επιβεβαιώσουν την εξουσία τους, να αναλάβουν την αναγκαία άµυνα και την αναδιοργάνωση της πόλης. Μέσα στην πολιτική τους σύγχυση, στράφηκαν αναζητώντας ηγεσία στο µόνο «συνταγµατικό» σώµα που είχε αποµείνει στο Παρίσι, τους δηµάρχους, οι οποίοι είχαν διοριστεί από την µισητή κεντρική κυβέρνηση! Η Κεντρική Επιτροπή της Εθνοφρουράς επέµενε ότι µόνο ένα σώµα που θα έβγαινε από νέες εκλογές µπορούσε να αναλάβει να αντιµετωπίσει όλα τα επείγοντα προβλήµατα της πόλης. Χρειάστηκαν 8 µέρες µέχρι να καταλήξουν οι διαπραγµατεύσεις µε τους δηµάρχους στην εκλογή ενός αναγνωρισµένου κυρίαρχου σώµατος. Χάθηκε πολύτιµος χρόνος τον οποίο εκµεταλλεύτηκε ο στρατός των Βερσαλλιών που απειλούσε το Παρίσι. Ο Ελί Ρεκλύ αναρωτήθηκε την ηµέρα των εκλογών: «Τι σηµαίνει η νοµιµότητα την ώρα της επανάστασης;».(102)

Σχεδόν κάθε ιστορικός που έχει γράψει για το γεγονός, σχολιάζει την ανοργανωσιά της Εθνοφρουράς, η οποία έκανε τη νίκη της κυβέρνησης των Βερσαλλιών ευκολότερη από ό,τι θα µπορούσε να είναι. Αντίστοιχα, πολλοί αναδεικνύουν την αµήχανη αντίδραση της Κοµµούνας µπροστά στη µαζική εξέγερση. Λίγοι, όµως βγάζουν πολιτικά συµπεράσµατα από αυτό ή προσπαθούν να εξηγήσουν σοβαρά τι πήγε λάθος. Ο Έντουαρντς συνοψίζει τους λόγους που οδήγησαν στην καταστροφή: Η βασική έγνοια της πλειοψηφίας της Επιτροπής «ήταν να “νοµιµοποιήσουν” την κατάσταση απεκδύοντας τους εαυτούς τους από την εξουσία που είχε πέσει αιφνιδιαστικά στα χέρια τους». Οι Μπλανκιστές πίεζαν για µια επίθεση στις Βερσαλλίες, «ένα σχέδιο που θα µπορούσε να πετύχει», έχοντας υπόψη την πρόσφατη συναδέλφωση µεταξύ στρατού και Εθνοφρουράς.(103) Ο Γκλούκσταϊν υποστηρίζει ότι ο Θιέρσος ποτέ δεν ήταν πιο αδύναµος από όσο αυτές τις πρώτες ώρες και µέρες µετά την 18η Μάρτη 1871. Η στρατιωτική πειθαρχία είχε εξανεµιστεί και ο γαλλικός στρατός δεν είχε ακόµα ενισχυθεί από τους αιχµαλώτους πολέµου που απελευθέρωσε αργότερα ο Μπίσµαρκ. Υποστηρικτικό της άποψης αυτής, είναι το γεγονός ότι ο Θιέρσος απέρριψε το αίτηµα να στείλει στρατεύµατα για τη δηµιουργία ενός θύλακα εναντίον των Κοµµουνάρων µέσα στο Παρίσι: «Ούτε 5.000, ούτε 500, ούτε 5. Χρειάζοµαι τα ελάχιστα στρατεύµατα που παραµένουν διαθέσιµα –και στα οποία δεν έχω ακόµα πλήρη εµπιστοσύνη– για να υπερασπιστώ την κυβέρνηση». Ένας υποστηρικτής της Κοµµούνας κατέγραψε ότι στις Βερσαλλίες, οι απλοί στρατιώτες δεν έχαιραν εµπιστοσύνης ούτε για µια περιπολία στους δρόµους.(104)

Ο Αύγουστος Μπλανκί συµµεριζόταν την προσδοκία του Μαρξ ότι ο πόλεµος θα δηµιουργούσε ιδανικές συνθήκες για επανάσταση. Αλλά σε αντίθεση µε τον Μαρξ, δεν θεωρούσε την εργατική τάξη ως το υποκείµενο που θα κάνει την επανάσταση, παρά µόνο ως υποστηρικτική δύναµη για ένα επαναστατικό πραξικόπηµα. Αυτό είχε ως αποτέλεσµα, οι οπαδοί του να µην έχουν χτίσει ρίζες στις εργατικές οργανώσεις ή κοινότητες, ενώ και ο ίδιος παρέµεινε σε όλη τη διάρκεια της επανάστασης κλεισµένος στη φυλακή, λόγω µιας αποτυχηµένης απόπειρας εξέγερσης λίγους µήνες νωρίτερα. «Ο απολογισµός του ίδιου του Μπλανκί, για την αποτυχία[του Αυγούστου του 1870] είναι οδυνηρά ειλικρινής», εξηγεί ο Γκλούκσταϊν. Ο Μπλανκί έγραψε για την αντίδραση των εργατών της Μπελβίλ, απέναντι σε αυτούς τους αρµατωµένους αγνώστους που τους καλούσαν να εξεγερθούν: «Ο πληθυσµός ήταν ξαφνιασµένος… και συγκρατηµένος από φόβο». Κατέληγε: «Δεν µπορούµε να κάνουµε τίποτα χωρίς τον λαό!» Παρά την προϊστορία του ρεύµατος τους στην οργάνωση συνωµοτικών µειοψηφικών επαναστατικών πράξεων, οι Μπλανκιστές συµµετείχαν µε µεγάλο ενθουσιασµό στη µαζική εξέγερση και στους θεσµούς που δηµιούργησε. Η αρετή τους βρισκόταν στην ετοιµότητα να οργανωθούν και να απαντήσουν µε την απαραίτητη βία εναντίον των δολοφονικών δυνάµεων που στέκονταν εναντίον της Κοµµούνας.(105) Όµως, µε την απουσία του ηγέτη τους, που είχε το µεγαλύτερο κύρος, οι Μπλανκιστές ηττήθηκαν στη συζήτηση για την επίθεση στις Βερσαλλίες, και µια σηµαντική ευκαιρία χάθηκε.

Παρά την αποστροφή τους προς την οργανωτικότητα, οι Προυντονιστές ανέλαβαν πολλές ηγετικές θέσεις στο Συµβούλιο της Κοµµούνας. Η παράδοσή τους είχε καλλιεργήσει, επί µακρόν, µιαν απέχθεια προς κάθε είδους πολιτική οργάνωση, γεγονός που εκφράστηκε στο δισταγµό τους να δώσουν πραγµατικές αρµοδιότητες και εξουσίες στα εκλεγµένα σώµατα της Κοµµούνας. Με τη σειρά του, αυτό υπονόµευε την αποφασιστικότητα των σωµάτων αυτών για αυτενέργεια, δίνοντας επιπλέον χρόνο στις Βερσαλλίες για να περάσουν στην αντεπίθεση. Επίσης ο σεβασµός των Προυντονιστών απέναντι στην ατοµική ιδιοκτησία, ήταν η αιτία της απόφασης να παραµείνει ανέγγιχτος ο πλούτος των αστών στην Εθνική Τράπεζα, και δηµιουργούσε µια γενικότερη διστακτικότητα να παρθούν αποφασιστικά µέτρα στα πεδία της οικονοµικής και αµυντικής πολιτικής.

Ο Προυντονισµός σήµερα είναι ένα νεκρό πολιτικό ρεύµα. Ωστόσο, ένας από τους µαθητές του, ο Μπακούνιν, ακόµα επηρεάζει αγωνιστές. Σε µια κλασσική, για τον τρόπο σκέψης του, διατύπωση, ο Μπακούνιν έγραψε στην κριτική του για την Κοµµούνα: «η αιτία που υποφέρει η ανθρωπότητα δεν βρίσκεται σε µια συγκεκριµένη µορφή κυβέρνησης, αλλά στις θεµελιώδεις αρχές και στην ίδια την ύπαρξη της κυβέρνησης, ανεξαρτήτως της µορφής».(106) Όµως αυτός ο γενικευτικός λόγος, που ακούγεται ριζοσπαστικός, συσκοτίζει το γεγονός ότι τα προβλήµατα της Κοµµούνας δεν προήλθαν από µια αφαιρετική ιδέα [Στµ. όπως η κυβέρνηση γενικώς], αλλά από την πολύ πραγµατική δύναµη του αντεπαναστατικού στρατού του Θιέρσου. Μόνο µια εξίσου οργανωµένη δύναµη, βασισµένη στην εργατική δηµοκρατία, θα µπορούσε να υπερασπιστεί την Κοµµούνα από την σφαγή. Τα αφαιρετικά συνθήµατα του Μπακούνιν –που αναπαράγονται σήµερα σε αναρχικούς χώρους– δεν δίνουν καµία κατεύθυνση για το τι µπορούµε να κάνουµε µπροστά στην απειλή της βίαιης µηχανής του αστικού κράτους. Οι εργαζόµενοι δεν µπορούσαν –και ακόµα δεν µπορούν– να υποτιµούν την οργάνωση και την πολιτική.

Δεν είναι όµως µόνο το ζήτηµα της άµυνας. Η απαίτηση των αρτοποιών να σταµατήσει η νυχτερινή εργασία δηµιούργησε µια µεγάλη αντιπαράθεση στο Συµβούλιο της Κοµµούνας, καθώς µέλη του Συµβουλίου, που επηρεάζονταν από ιδέες σαν αυτές που εξέφραζε ο Μπακούνιν, αρνούνταν να βγει το διάταγµα που να την απαγορεύει, παρότι υποστήριζαν γενικά την ιδέα. Οι αρτοποιοί αγωνίζονταν για αυτό επί 2 χρόνια, το µικρό όµως µέγεθος της απασχόλησης σε κάθε αρτοποιείο δυσκόλευε την αποτελεσµατική τους οργάνωση. Η απάντηση του Συµβουλίου ήταν τραγελαφική. Αρνήθηκαν κάθε κρατική παρέµβαση από θέση αρχής, και υποστήριξαν ότι οι εργάτες οφείλουν «οι ίδιοι να προστατεύσουν τα συµφέροντά τους απέναντι στους εργοδότες». Ο Μπενουά Μαλόν εκπροσωπούσε την άποψη των 3.000 αρτοποιών, οι οποίοι έκαναν πορεία προς το Hôtel de Ville, απαιτώντας το διάταγµα: «Μέχρι τώρα το κράτος παρέµβαινε, εναντίον των συµφερόντων των εργατών. Είναι τουλάχιστον δίκαιο να παρέµβει σήµερα υπέρ των εργατών».(107)

Οι αφηρηµένες «ιερές αρχές» εναντίον κάθε είδους οργάνωσης, δεν αποτελούν οδηγό για το πώς θα έπρεπε να συνδεθεί η Αριστερά µε ριζοσπαστικές οργανώσεις όπως η Ένωση Γυναικών, η Οµοσπονδία των Καλλιτεχνών και οι λέσχες. Αν έπαιρνε κανείς στα σοβαρά αυτές τις αρχές, θα έπρεπε να µποϊκοτάρει τέτοιες οργανώσεις, µια τελείως σεχταριστική και καταστροφική στάση, η οποία θα τον καθιστούσε αδιάφορο, ανίκανο να συµβάλει στην ανάπτυξη της συνείδησης και στην αντιπαράθεση για το ποια στρατηγική µπορεί να είναι νικηφόρα.

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς γενίκευσαν µε τον καλύτερο τρόπο τα συµπεράσµατα της Κοµµούνας. Ο Μαρξ πίστευε ότι η απελευθέρωση της εργατικής τάξης θα ήταν έργο της ίδιας, προτού δώσει η Κοµµούνα µια περιορισµένη εικόνα του τρόπου που θα µπορούσε να γίνει αυτό. Είχε µελετήσει τις εταιρείες των ριζοσπαστών εργατών και ιδιαίτερα την εξέγερση των υφαντριών της Σιλεσίας το 1844, και έκτοτε δεν αµφέβαλλε ποτέ για τη δηµιουργικότητα και την οργανωτική εφευρετικότητα του οργανωµένου προλεταριάτου. Στις Θέσεις για τον Φούερµπαχ, απάντησε στο ερώτηµα για το πώς µπορούν οι εργάτες να «εκπαιδευτούν» για µια νέα κοινωνία: Θα αυτοµορφωθούν µέσα από την συνειδητή δράση τους. Την ιδέα αυτήν ανέπτυξε µαζί µε τον Ένγκελς, περισσότερο, στην Γερµανική Ιδεολογία, όπου υποστήριξαν ότι για τη δηµιουργία µιας σοσιαλιστικής κοινωνίας, «ο µετασχηµατισµός των ανθρώπων σε µαζική κλίµακα είναι απαραίτητος, ένας µετασχηµατισµός που µπορεί να γίνει µόνο µέσα σε ένα πρακτικό κίνηµα [ΣτΜ. σε ένα κίνηµα της πράξης], µια επανάσταση».(108)

Πλέον, ο λαός του Παρισιού είχε αποκαλύψει και την απάντηση στο ερώτηµα τι πρέπει να γίνει µε το καταπιεστικό κράτος. Ο Μαρξ αναµετριόταν µε αυτό το ερώτηµα από όταν κατέληξε στην 18η Μπρυµαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, ότι το πρόβληµα ήταν ότι µέχρι τότε «όλες οι επαναστάσεις τελειοποιούσαν την κρατική µηχανή αντί να την καταστρέψουν».(109) Τί όµως θα την αντικαθιστούσε; Δύο µέρες µετά την µατωµένη βδοµάδα, ο Μαρξ σε µια οµιλία του στη Διεθνή, έδωσε έµφαση στα κατορθώµατα της Κοµµούνας και στη σηµασία της για το µέλλον του εργατικού κινήµατος. Ηταν δύσπιστος για µια τέτοια εξέγερση λίγες µόνο βδοµάδες πριν, πιστεύοντας ότι ήταν πρώιµη, ωστόσο δεν δίστασε να σπεύσει στην υπεράσπισή της. Όπως και µεγάλο µέρος του πολιτικού του έργου, τα γραπτά του για την Κοµµούνα τόνιζαν τις θεµελιώδεις πτυχές της. Σε αντίθεση µε τις αστικές επαναστάσεις, οι οποίες ευνόησαν κυρίως την µειοψηφία των καπιταλιστών, η δυνατότητα µιας εργατικής επανάστασης για να απελευθερώσει το σύνολο της ανθρωπότητας, αποδεικνυόταν τώρα στην πράξη. Εξηγεί πώς οι δηµοκρατικές δοµές, η κατάργηση της αστυνοµίας και του στρατού, ο εξοπλισµός του λαού, ήταν το θεµέλιο πάνω στο οποίο µπορούσε να βασιστεί η απελευθέρωση των εργαζοµένων από την εκµετάλλευση. Από αυτήν την οπτική, οι πράξεις των εργατών του Παρισιού χάραξαν νέους δρόµους. Ο ηρωισµός τους δηµιούργησε τις συνθήκες για τον Μαρξ και τον Ένγκελς, ώστε να ξεκαθαρίσουν και να κάνουν πιο συνεκτικές τις παλιότερες ιδέες τους σχετικά µε την αυτο-απελευθέρωση της εργατική τάξης. Συνοψίζοντας, θα έλεγε κανείς ότι τα γραπτά του Μαρξ για την Κοµµούνα στέκονται στον αντίποδα των αφηρηµένων «ιερών αρχών» στο έργο του Μπακούνιν.

Αλλά ήταν ο Λένιν αυτός που συνένωσε όλα αυτά τα στοιχεία, υπερβαίνοντας την φαινοµενική αντίφαση ανάµεσα στην αυθόρµητη εξέγερση και την οργάνωση.(110) Η αντίστιξη µεταξύ αυθόρµητου και οργάνωσης κυριαρχεί στην κριτική του Μπακούνιν, και πολλοί ακτιβιστές σήµερα τη θεωρούν δεδοµένη. Το ζήτηµα γίνεται ιδιαίτερα ακανθώδες στον τοµέα της γυναικείας συµµετοχής. Οι γυναικείες δράσεις κατά την διάρκεια εξεγέρσεων, συνήθως παρουσιάζονται ως «στοιχειακές», µη σχεδιασµένες και όχι ιδιαίτερα πολιτικές. Αυτή η έµφαση στον αυθορµητισµό, ενίοτε είναι σεξιστική και υποτιµά τον ρόλο της ηγεσίας, της οξυδέρκειας και του σχεδιασµού των ίδιων των γυναικών.

Η Κοµµούνα είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγµα των επιχειρηµάτων του Λένιν. Καταρχήν, δεν µπορεί να υπάρξει επανάσταση δίχως αυθορµητισµό. Η ριζοσπαστικοποίηση που οδήγησε στην Κοµµούνα δεν παρήχθη σταδιακά, αλλά ξέσπασε και σόκαρε τον κόσµο. Είναι αλήθεια ότι η εξέγερση που ανέκτησε τα κανόνια στην Μονµάρτη, ήταν αποτέλεσµα µιας διαρκώς αυξανόµενης δυσαρέσκειας και θυµού, αλλά και η εξέγερση µε την σειρά της ριζοσπαστικοποίησε και µετασχηµάτισε αποφασιστικά την κατάσταση.

Η Κοµµούνα δείχνει ότι δεν υπάρχει κάποιο φράγµα ανάµεσα στην επανάσταση και τις δραστηριότητες και πολιτικές που προϋπάρχουν. Για παράδειγµα ο Εζέν Βαρλέν και η Ναταλί Λεµέλ συµµετείχαν στις εργατικές διαµαρτυρίες για τα γυναικεία δικαιώµατα και τον ίσο µισθό κατά όλη την δεκαετία του 1860. Μέσα σε έναν αυξανόµενο αριθµό απεργιών πριν το 1871, µερικοί εργάτες έµαθαν από την εµπειρία τους. Μια απεργία 5.000 εργατών χαλκού το 1867 κέρδισε µε την υποστήριξη της Διεθνούς, η οποία οργάνωσε εράνους για το απεργιακό ταµείο από εργάτες σε άλλες χώρες. Αυτό το µάθηµα της διεθνούς αλληλεγγύης δεν ξεχάστηκε. Άλλες εργάτριες –ειδικά στα υφαντουργεία από όπου προέρχονταν πολλές γυναίκες της Ένωσης Γυναικών της Ντµίτριεφ– ξεκίνησαν να βλέπουν την αξία της οργάνωσης και των απεργιών σε διάφορες πόλεις. Σε µια απεργία µεταλλωρύχων στην περιοχή του Λίγηρα, οι σύζυγοι των εργατών αντιστάθηκαν γενναία εναντίον της χωροφυλακής το 1870. Οι ιδέες Προυντονιστών που πίστευαν ότι «οι γυναίκες πρέπει να µένουν στο σπίτι και να αποφεύγουν τον φυσικό και ηθικό κίνδυνο που βρίσκεται στα εργαστήρια», απορρίπτονταν πλέον από τους εργαζόµενους άντρες. Διακήρυξαν ότι οι γυναίκες πρέπει να ασκούν την ανεξαρτησία τους και «θα πορευτούν στο πλάι µας στην άσκηση της δηµοκρατικής και κοινωνικής συνεργασίας». Αυτές οι ιδέες µπορούσαν πιο αποτελεσµατικά να αντέξουν στο χρόνο και να αποκτήσουν πλατιά επιρροή αν υιοθετούνταν από οργανώσεις, από ό,τι αν αφήνονταν στην ιδιοτροπία της τυχαίας ατοµικής συµπεριφοράς.(111)

Η πιο σηµαντική θεωρητική καινοτοµία του Λένιν ήταν ότι αντιλήφθηκε ότι ρόλος των επαναστατών είναι να ετοιµάζονται για αυτά τα αυθόρµητα ξεσπάσµατα πριν αυτά γίνουν. Αυτή η προετοιµασία δεν είναι µια αµιγώς διανοητική άσκηση, αλλά εµπεριέχει την συµµετοχή σε κάθε αγώνα, διακινώντας ιδέες που θα προκαλούν τους συµµετέχοντες [σε αυτούς τους αγώνες] να απορρίψουν τις ιδέες του καπιταλισµού. Άλλωστε δεν πρόκειται όλοι οι εργάτες να αναπτύξουν ταξική συνείδηση ταυτόχρονα. Η συνείδηση θα είναι πάντα ανισοµερής, όπως ήταν και στην Κοµµούνα. Αυτό σηµαίνει ότι οι επαναστάτες χρειάζεται να χτίσουν ένα κόµµα που θα οργανώνει τους πιο ταξικά συνειδητοποιηµένους και µαχητικούς εργάτες, την «πρωτοπορία», όπως τους αποκαλούσε ο Λένιν. Ένα τέτοιο επαναστατικό κόµµα χρειάζεται να υψώνει γενικότερα το επίπεδο της ταξικής συνείδησης, µε την οποία ο Λένιν εννοούσε το βαθµό στον οποίο οι εργάτες κατανοούν τον ρόλο της τάξης τους, τον ρόλο των άλλων κοινωνικών στρωµάτων και συνειδητοποιούν την ταξική τους δύναµη. Χρειάζεται να συνειδητοποιήσουν ότι, προκειµένου να ανατραπεί ο καπιταλισµός, η τάξη τους µπορεί και πρέπει να οδηγήσει τις άλλες τάξεις σε µια επανάσταση. Το κόµµα χρειάζεται να αποκτήσει µια ιστορία συµµετοχής σε αγώνες, και καθοδήγησης των αγώνων, ώστε να αποκτήσει µια ευρεία αντίληψη της συγκυρίας όπου βρίσκεται η ταξική πάλη, να µπορεί να αξιολογεί διάφορες στρατηγικές όπως και τα επιχειρήµατα άλλων πολιτικών κοµµάτων. Αυτός ο τρόπος προσφέρει τις καλύτερες πιθανότητες για να ηττηθούν πολιτικά τα επιχειρήµατα αυτών που πάντα αναζητούν την µετριοπάθεια και τον συµβιβασµό.

Η πρωτοπορία οφείλει να έχει εντυπωµένη στη συνείδησή της, την επίγνωση ότι εφόσον η πλευρά µας αµφισβητήσει µε σοβαρούς όρους την άρχουσα τάξη και το κράτος της, δεν υπάρχει όριο στην «απροκάλυπτη αγριότητα και άνοµη εκδίκησή τους», όπως το έθετε ο Μαρξ. Οι επαναστάσεις έχουν πολλές φορές συντριβεί από την φαινοµενικά αέναη ύπαρξη του κράτους, αλλά και από το λάθος να παραµένουν εµµονικά εντός του «νοµικού πλαισίου». Η λύση του Λένιν ήταν να οργανωθεί η πρωτοπορία ώστε να είναι έτοιµη να επαναλάβει τις πρώτες πράξεις της Κοµµούνας: να διαλύσει την αστυνοµία και τον στρατό και να οπλίσει την εργατική τάξη και τους φτωχούς. Στην υπεράσπιση της επανάστασης, δεν πρέπει να αποφύγει να απαντήσει στη βία της άρχουσας τάξης.

Η Κληρονοµιά της Κοµµούνας

Στην Παρισινή Κοµµούνα η άρχουσα τάξη είδε το περίγραµµα µιας νέας κοινωνίας. Κατανοούσαν ότι ένας τέτοιος κόσµος ισότητας και δικαιοσύνης θα µπορούσε να χτιστεί µόνο πάνω στα συντρίµµια του καπιταλισµού. Για αυτόν το λόγο, προσπάθησαν να εξαλείψουν τελείως τη µνήµη της.

Σήµερα στο Λούβρο, οι µορφές της βασιλικής οικογένειας που εκθρονίστηκε κατά την Γαλλική Επανάσταση παρουσιάζονται µε συµπάθεια. Αντίθετα, µια πολύ µικρή συλλογή για την Κοµµούνα, είναι καταχωνιασµένη στο υπόγειο. Μια συλλογή κειµηλίων, εγγράφων και άλλων αντικειµένων βρίσκεται στο µουσείο που είναι αφιερωµένο στην τέχνη του Πωλ Ελυάρ, στο Σεν Ντενί. Η ειρωνεία είναι ότι στεγάζεται σε ένα παλιό κατάλυµα καρµελιτών µοναχών. Δηµιουργήθηκε από το κοµµουνιστικό δηµοτικό συµβούλιο του Σεν Ντενί.

Κατά τη δεκαετία του 1870, η αστική τάξη ανάπλασε το Παρίσι κατασκευάζοντας µνηµεία για τη [Γαλλική] Δηµοκρατία. Το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα έχει χαρακτηριστεί ως «µια χρυσή εποχή της µνηµειακής αρχιτεκτονικής», όντας µέρος της προσπάθειας του «αυτοπροσδιορισµού», µιας προσπάθειας που προσπαθούσε να επουλώσει το τραύµα του 1870-71. Η παλινόρθωση της Στήλης της Βαντόµ ήταν, φυσικά, βασική προτεραιότητα. Μερικές φορές ο σκοπός της κατασκευής νέων µνηµείων ή κτιρίων γινόταν ξεκάθαρος. Η εκκλησία της Sacre-Coeur χτίστηκε στη Μονµάρτη. Όταν έβαζαν τον θεµέλιο λίθο, ο αρχιτέκτονας Charles Rohault de Fleury, δήλωσε ότι η Sacre-Coeur ανακτούσε στο όνοµα του έθνους «τον τόπο που επιλέχτηκε από τον Σατανά και όπου τελέστηκε η πρώτη πράξη αυτών των τροµερών Σατουρναλίων».(112)

Είναι εύκολο να διακρίνει κανείς την διάθεση ακύρωσης της Κοµµούνας στο γκροτέσκο µεγαλείο της Sacre-Coeur. Αλλά ένα µεγάλο τµήµα της υπόλοιπης ανάπλασης δεν είχε τόσο ανοιχτά δηλωµένη την πρόθεσή της. Μεγάλο κοµµάτι των τεχνουργηµάτων που προωθούνταν και των χώρων που αναδοµούνταν, παρουσιαζόταν απλώς ως φόρος τιµής στη Δηµοκρατία. Αλλά παρά τις προσπάθειές τους, η µνήµη πολλές φορές αντηχούσε σε αυτά που δεν λέγονται ή δεν κτίζονται. Ένας χώρος που «παραχωρήθηκε» στους σοσιαλιστές ήταν ο Mur des Federes, (Ο Τοίχος των Οµοσπονδιακών),(113) που βρίσκεται στο νεκροταφείο του Περ Λασαίζ, εκεί όπου χύθηκε το αίµα ενός άγνωστου αριθµού ανώνυµων Κοµµουνάρων τις τελευταίες µέρες της Κοµµούνας. Πιθανότατα οι Αρχές θεώρησαν ότι ήταν ένα ταιριαστό µνηµείο: Προορισµένο να µαστιγώνει τις ψυχές µας, και να υπενθυµίζει ότι κάθε απόπειρα αντικαπιταλιστικής εξέγερσης θα καταλήγει πάντα να καταπνίγεται µε αδιανόητη αγριότητα. Έκαναν όµως λάθος. Οι επισκέπτες αφήνουν σωρούς από κόκκινα τριαντάφυλλα και φεύγουν µε ανανεωµένο το µίσος τους για την αστική τάξη καθώς και µια επιθυµία να αγωνιστούν για την υπόσχεση της Κοµµούνας. Το 1907, το δηµοτικό συµβούλιο του Παρισιού σχεδίασε να εγκαταστήσει εκεί το Μνηµείο για τα θύµατα των Επαναστάσεων του Paul Vautier-Moreau, σµιλεµένο από πέτρες οδοφραγµάτων, πάνω στις οποίες θα αναγραφόταν η έκκληση του Βίκτωρος Ουγκώ να µπει τέλος στην «εκδικητικότητα». Ήταν τέτοια η αντίδραση των υποστηρικτών της Κοµµούνας, που προτιµούσαν να µείνει ο χώρος απλά για τους Κοµµουνάρους, ώστε τελικά το µνηµείο τοποθετήθηκε έξω από τα τείχη του νεκροταφείου.(114)

Ο Γουίλιαµ Μόρις απέδωσε φόρο τιµής στην καταστροφή της στήλης της Βαντόµ στην νουβέλα του Νέα από το Πουθενά, που κυκλοφόρησε το 1890. Ο κήπος µε τις βερικοκιές που έχει αντικαταστήσει [ΣτΜ: στο βιβλίο του Μόρις] την πλατεία Τραφάλγκαρ, όπου κυριαρχούσε η Στήλη του Ναυάρχου Νέλσον είναι, όπως υποστηρίζει η Ρος «ένας συµβολικός επανοραµατισµός και της Πλατείας Βαντόµ και της Πλατείας Τραφάλγκαρ… η εθνικιστική αισθητική τους, των διαχρονικών µνηµείων του έθνους, µετατρέπεται σε υπερεθνικό χώρο».(115)

Παρά τις προσπάθειες των επιγόνων των χασάπηδων που αιµατοκύλησαν το Παρίσι, η µνήµη της πρώτης εργατικής επανάστασης δεν µπορεί να απωθηθεί τελείως. Μια κοινωνική ιστορία του Παρισιού, που εκδόθηκε στα αγγλικά το 2010, επαναφέρει κάποια αποµνηµονεύµατα µαχητών και υποστηρικτών της Κοµµούνας. Ο Ερίκ Χαζάν, ο συγγραφέας, µας θυµίζει πώς οι σύγχρονοι τσαρλατάνοι, προτιµούν αντί να αποκρύπτουν την ιστορία της Κοµµούνας εντελώς, να προσπαθούν κυνικά να την οικειοποιηθούν για τους δικούς τους λόγους. Μια πλάκα στο Παρίσι γράφει: «Το τελευταίο οδόφραγµα της Κοµµούνας υπερασπίστηκε την Rue de la Fontaine-au-Roi. 120 χρόνια αργότερα, το Σοσιαλιστικό Κόµµα και ο γενικός του γραµµατέας, Πιερ Μορουά, αποτίουν φόρο τιµής στους ανθρώπους που προσπάθησαν να αλλάξουν τις ζωές τους, και στους 30.000 νεκρούς του Καιρού των Κερασιών». Ο Χαζάν, ο οποίος καταγράφει την αλήθεια εκείνων των ηµερών, µας υπενθυµίζει: «Αυτή η ανοησία παραποιεί την ιστορία, γιατί ο Λουί Μπλαν, ο Μορουά της εποχής, υποστήριζε ότι “η εξέγερση αυτή είναι απολύτως καταδικαστέα και πρέπει να καταδικαστεί από κάθε δηµοκράτη”».(116) Το Les temps des cerises [ΣτΜ. Ο Καιρός των Κερασιών], στο οποίο αναφέρεται η επιγραφή, είναι ένα τραγούδι γραµµένο το 1866. Έγινε δηµοφιλές στην Κοµµούνα, µε προσθήκη νέων στίχων, καθώς τραγουδιόταν στα οδοφράγµατα και στις λέσχες. Ο τίτλος είναι µια µεταφορά για την ελπίδα µιας νέας ζωής µετά την επανάσταση, καθιστώντας την υποκριτική επιγραφή του ρεφορµιστικού κόµµατος ακόµα πιο ενοχλητική.

Για δεκαετίες οι εργάτες θυµόντουσαν την θαρραλέα ανυπακοή των Κοµµουνάρων. Την Πρωτοµαγιά του 1901, χιλιάδες παρακολούθησαν την κηδεία της Πόλα Μινκ στους δρόµους του Παρισιού. Φώναζαν «Ζήτω η Κοµµούνα!» και «Ζήτω η Διεθνής!», καθώς πάνω από 600 αστυνοµικοί, 500 στρατιώτες και 100 ιππείς φυλούσαν τους δρόµους για να αποφευχθεί κάθε πιθανότητα επανάληψης του 1871.(117) Περισσότεροι από 100.000 παρακολούθησαν την κηδεία της Λουίζ Μισέλ, στο Παρίσι το 1905. Σοσιαλιστές και αναρχικοί γιόρταζαν την Κοµµούνα κάθε Μάρτη. Οι φρικτές εικόνες των βασανισµένων γυναικών που κυκλοφόρησαν σε ολόκληρο τον κόσµο από τις αστικές εφηµερίδες, δεν µπορούσαν να υπονοµεύσουν την αίσθηση περηφάνιας και αλληλεγγύης που ενέπνευσε το κουράγιο τους. Για παράδειγµα, στην επαρχιακή πόλη ανθρακωρύχων Broken Hill, της Πολιτείας New South Wales, στην Αυστραλία, για πολλά χρόνια του εικοστού αιώνα, το Σοσιαλιστικό Κυριακάτικο Σχολείο οργάνωνε µια ετήσια τιµητική επέτειο της Κοµµούνας. Σε ένα προηγούµενο άρθρο κατέληγα ότι «[η επέτειος] δεν παρουσιαζόταν τόσο σαν µια γιορτή ανδρικών επιτευγµάτων, όπως συχνά ισχυρίζονται φεµινίστριες ιστορικοί: “Ποια πράξη ξεπερνά σε µεγαλείο την ετοιµότητα αντρών και γυναικών να θυσιαστούν για ένα όνειρο;”». Ένα άρθρο στη σοσιαλιστική εφηµερίδα της πόλης “τόνιζε τη γενναιότητα των γυναικών”, αναπαράγοντας την ιστορία όπου στρατιώτες προσπάθησαν να αναγκάσουν τους Κοµµουνάρους να γονατίσουν µπροστά στα όπλα τους: «Μια γυναίκα µε ένα παιδί στα χέρια της αρνήθηκε να το κάνει, φωνάζοντας στους συντρόφους της: “Δείξτε σε αυτούς τους άθλιους ότι ξέρετε πώς να πεθάνετε όρθιοι”».(118)

Ένας ιστορικός αυτών των επετειακών εκδηλώσεων που συνέχισαν για δεκάδες χρόνια γράφει:

«Έβλεπαν την Κοµµούνα σαν ένα παράδειγµα διεθνούς συνεργασίας, βασισµένο στην κοινή τους ταξική ταυτότητα. Η Κοµµούνα ξαναγραφόταν κάθε χρόνο, δηµιουργώντας ένα παλίµψηστο. Οι οµιλητές έβλεπαν την Κοµµούνα, σαν ένα σύµβολο της κυβέρνησης της εργατικής τάξης, ή της επανάστασης, ένα σύµβολο προειδοποίησης και ελπίδας, του παρελθόντος, του παρόντος και του µέλλοντος, κάτι από το οποίο είχαν να µάθουν, κάτι που είχαν να τιµούν».(119)

Παρά τις προσπάθειες να συσκοτιστεί η ιστορία της, η Κοµµούνα αποτελεί ακόµα σηµείο αναφοράς για την ιδέα της επανάστασης, ή της αµφισβήτησης της εξουσίας, ακόµα και σήµερα. Καθώς γράφω αυτό το άρθρο, ένα ποστ στο Buzzfeed, «Οι έφοδοι της ιστορίας, από την καλύτερη στην χειρότερη» δηµοσιεύτηκε για να χλευάσει την εισβολή στο Καπιτώλιο από ακροδεξιούς υποστηρικτές του Τραµπ. Η Κοµµούνα αναφέρεται ως η δεύτερη πιο σηµαντική έφοδος στην ιστορία, πίσω µόνο από την Οκτωβριανή Επανάσταση.(120) Ακόµα και το διακεκριµένο [ΣτΜ: επιστηµονικό ιατρικό περιοδικό] Lancet απέτισε φόρο τιµής στην Κοµµούνα για την 150ή της επέτειο, µε ένα άρθρο-αφιέρωµα για την Μαίρη Πάτναµ Τζάκοµπι. Η κατάληξη του άρθρου ισοδυναµεί µε φόρο τιµής στη δύναµη της Κοµµούνας να εµπνέει ελπίδα για έναν καλύτερο κόσµο: «Οι βάσεις της φιλοσοφίας της, µιας φιλοσοφίας που βάζει τον σπόρο για µια αµερικάνικη αναγέννηση σήµερα, βρίσκονται στο αίµα που χύθηκε στους δρόµους του Παρισιού 150 χρόνια πριν».(121)

Συµπέρασµα

Ξεκινήσαµε µε την εικόνα της «Σφίγγας» όπως την επικαλέστηκε ο Μαρξ για να περιγράψει τον τρόµο των αστών µπροστά στην Κοµµούνα. Κλείνουµε µε τον κόσµο να βυθίζεται σε µια ακόµη πιο τροµακτική εποχή χάους, η οποία δηµιουργεί καταστροφές την µία µετά την άλλη. Η Παγκόσµια Τράπεζα προειδοποιεί τις κυβερνήσεις του κόσµου να µη βιαστούν να περικόψουν τα µέτρα που πάρθηκαν για να αποτρέψουν την κατάρρευση των οικονοµιών. Η συµβουλή αυτή δεν προέρχεται από ανθρωπιστική ευαισθησία για αυτούς που θα υπέφεραν από την απόσυρση των µέτρων, αλλά από τον φόβο µιας εξέγερσης. Η Σφίγγα τους στοιχειώνει ακόµα.

Η Παρισινή Κοµµούνα µας θυµίζει αυτό που είπε ο Βάλτερ Μπένγιαµιν, ότι οι εκλεπτυσµένες και πνευµατικές πλευρές της ζωής τις οποίες λαχταρούµε, µπορούν να κερδηθούν µόνο µε την πάλη για τα σκληρά και υλικά πράγµατα, χωρίς τα οποία δεν υπάρχουν. Και ότι «κάνουν εδώ την εµφάνισή τους ως εµπιστοσύνη, ως θάρρος, ως χιούµορ, ως πανουργία, ως αδιάσειστη πεποίθηση σε αυτόν τον αγώνα». Για αυτόν τον λόγο η Παρισινή Κοµµούνα ακόµα και σήµερα τραβάει την προσοχή µας, και αξίζει σοβαρή µελέτη. Γι’ αυτό, επίσης, έχει ακόµα την δύναµη να εµπνέει την εµπιστοσύνη στην εργατική τάξη προς τον στόχο να δηµιουργήσει µια «Κοινοτική Πολυτέλεια» για την ανθρωπότητα σήµερα.

Βιβλιογραφικές αναφορες

Benjamin, Walter 1968, «Theses on the Philosophy of History» στο Illuminations, Essays and Reflections, Schocken Books.

Bloodworth, Sandra 2005, «Militant spirits: the rebel women of Broken Hill». https://sa.org.au/interventions/rebelwomen/militant.htm

Bloodworth, Sandra 2013, «Lenin vs “Leninism”», Marxist Left Review, 5, Καλοκαίρι. https://marxistleftreview.org/articles/lenin-vs-leninism/

Buzzfeed 2021, «Stormings of History Ranked from Best to Worst», Ιανουάριος. https://www.buzzfeed.com/tessred/stormings-of-history-ranked-from-best-to-worst-dogxsiwtv3?utm_source=dynamic&utm_campaign=bfsharefacebook&fbclid=IwAR0Bm0V61HcfuBZsc6jth8J51i6z-enf8-N_WefnVp1pITFqvlRQoAa9_kI

Cox, Judy 2021, «Genderquake: socialist women and the Paris Commune», International Socialism, 169, 5 Ιανουαρίου. http://isj.org.uk/genderquake-paris-commune/

Edwards, Stewart (επιµ.) 1973, The Communards of Paris, 1871 (Documents of Revolution series, Heinz Lubasz), Thames and Hudson.

Eschelbacher, Andrew 2009, «Environment of Memory: Paris and Post-Commune Angst», Nineteenth Century Art World, 8 (2), Φθινόπωρο. https://www.19thc-artworldwide.org/autumn09/environment-of-memory

Gluckstein, Donny 2006, The Paris Commune. A Revolution in Democracy, Bookmarks.

Hazan, Eric 2011, The Invention of Paris. A History in Footsteps, µετάφραση David Fernbach, Verso.

Horton, Richard 2021, «The Paris Commune and the birth of American medicine», The Lancet, 397, (102070), 16/1. https://www.thelancet.com/journals/lancet/article/PIIS0140-6736(21)00086-6/fulltext

Landrigan, Aloysius Judas 2017, Remembering the Commune: Texts and Celebrations in Britain and the United States, διπλωµατική εργασία, University of Melbourne. https://minerva-access.unimelb.edu.au/handle/11343/198112

Lissagaray 1976 [1876], History of the Paris Commune of 1871, µετάφραση Eleanor Marx, New Park Publications.

Luxemburg, Rosa 1919, «Order Prevails in Berlin», Die Rote Fahne, 14/1 https://www.marxists.org/archive/luxemburg/1919/01/14.htm

Marx, Karl 1845, Theses on Feuerbach.https://www.marxists.org/archive/marx/works/1845/theses/theses.htm

Marx, Karl 1852, The Eighteenth Brumaire of Louis Bonaparte.https://www.marxists.org/archive/marx/works/1852/18th-brumaire/

Marx, Karl 1871, The Civil War in France.https://www.marxists.org/archive/marx/works/1871/civil-war-france/index.htm

Marx, Karl and Friedrich Engels 1932 [1846], The German Ideology.https://www.marxists.org/archive/marx/works/1845/german-ideology/index.htm

Marx, Karl, Friedrich Engels, Mikhail Bakunin και Peter Kropotkin 2008, Writings on the Paris Commune, Red and Black Publishers.

Merriman, John 2016, Massacre. The Life and Death of the Paris Commune of 1871, Yale University Press.

Ross, Kristin 2016, Communal Luxury. The Political Imaginary of the Paris Commune, Verso.

Thomas, Edith 1966 [1963 µε τίτλο Les Pétroleuses], The Women Incendiaries, Secker and Warburg.

Tod, MK 2020, Poetry about the Paris Commune, blog, 10 Σεπτεµβρίου. https://awriterofhistory.com/tag/poetry-about-the-paris-commune/

* Η φράση «ένδοξος προάγγελος µιας νέας κοινωνίας» είναι από τον Μαρξ (1871). Χάρη στη διεισδυτική µατιά και στις σκέψεις του Οµάρ Χασάν και του Μικ Αρµστρονγκ, το τελικό αποτέλεσµα είναι αρκετά βελτιωµένο από το προσχέδιο.

Σηµειώσεις

1. Lissagaray 1976, εισαγωγή σελ. 3.

2. Ο λόγος αυτός τυπώθηκε ως µέρος του βιβλίου Ο Εµφύλιος Πόλεµος στην Γαλλία.

3. Marx 1871.

4. Benjamin 1968, σελ. 254-255.

ΣτΜ: Η µετάφραση προέρχεται από το Michael Löwy, Walter Benjamin: Προµήνυµα κινδύνου µια ανάγνωση των θέσεων «για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας», µτφρ. Ρεβέκα Πεσσάχ, Αθήνα: Πλέθρον, 2004.

5. Το δηµοτικό διαµέρισµα ήταν διοικητική υποδιαίρεση, σαν τα προάστια των σηµερινών πόλεων.

6. Edwards 1973, σελ. 58-59.

7. Merriman 2016, σελ. 41.

8. Edwards 1973, σελ. 15.

9. Edwards 1973, σελ. 59-60.

10. Gluckstein 2006, σελ.13.

11. Merriman 2016, σελ. 44. Η κυβέρνηση αναφέρεται συχνά ως Βερσαλλίες γιατί είχε µεταφερθεί εκεί.

12. Gluckstein 2006, σελ.13.

13. Merriman2016, σελ. 43.

14. Edwards1973, σελ. 60-61.

15. Hazan 2010, σελ. 236-245.

16. Edwards1973, σελ. 61-62.

17. Gluckstein 2006, σελ.14.

18. Edwards1973, σελ. 22. Η έµφαση στο πρωτότυπο.

19. Marx 1871.

20. Γνωστός και ως Βαρόνος Οσµάν.

21. Gluckstein 2006, σελ. 68-69.

22. Merriman 2016, σελ. 7-8.

23. Merriman 2014, σελ. 46-47.

24. Marx 1871.

25. Gluckstein 2006, σελ. 53. Η έµφαση στο πρωτότυπο.

26. Marx 1871.

27. Marx 1871.

28. Marx 1871.

29. Marx 1871.

30. Όλα τα παραδείγµατα και αποφθέγµατα της Επιτροπής Εργασίας προέρχονται από τον Gluckstein 2006, σελ. 28-31.

31. Η Διεθνής συµπεριλάµβανε εκτός από τους σοσιαλιστές, τους Προυντονικούς, οι οποίοι είχαν την πλειοψηφία στο γαλλικό τµήµα, τους Μπλανικστές και άλλους.

32. Πολλές επαναστάτριες διέφυγαν την πίεση να παντρευτούν, που τους ασκούσαν οι οικογένειές τους, µε το να κάνουν «λευκούς γάµους», στους οποίους οι σύζυγοι δεν ανέµεναν κάποια σεξουαλική σχέση.

33. Ross 2016, σελ. 27-29.

34. Thomas 1967, σελ. 62-63.

35. Ross 2016, σελ. 27.

36. Gluckstein 2006, σελ. 50.

37. Ross 2016, σελ. 26-28.

38. Gluckstein 2006, σελ. 31.

39. Gluckstein 2006, σελ. 48-49.

40. Gluckstein 2006, σελ. 545-46.

41. Ross 2016, σελ. 17.

42. Αναφέρεται στο Gluckstein 2006, σελ. 49. O Λισαγκαρέ χρησιµοποιεί τον όρο «oriflamme» για το κόκκινο λάβαρο, το οποίο µεταφορικά σηµαίνει ένα ιδανικό που χρησιµοποιείται ως ενοποιητικό σηµείο/αφετηρία ενός αγώνα.

43. Marx 1871.

44. Merriman 2016, σελ. 10-11.

45. Merriman 2016, σελ. 104.

46. Merriman 2016,σελ. 107- 109. Gluckstein 2006, σελ. 49.

47. Merriman 2016,σελ. 105.

48. Merriman 2016,σελ. 101.

49. Merriman 2016,σελ. 11.

50. Ross 2016, σελ. 39-40.

51. Ross 2016, σελ. 40.

52. Ross 2016,σελ. 44.

53. Ross 2016, σελ. 41-42.

54. Merriman 2016, σελ. 104.

55. Ross 2016,σελ. 40-41.

56. Marx 1871.

57. Thomas 1967, σελ. 53.

58. Merriman 2016, σελ. 105.

59. Thomas 1967, σελ. 54.

60. Merriman 2016, σελ. 105-106.

61. Gluckstein 2006, σελ. 32-33.

62. Cox 2021.

63. Ross 2016.

64. Δες παρακάτω για µια ερµηνεία αυτής της κατεδάφισης.

65. Βλέπε Ross 2016, σελ. 42-65 για µια ανάλυση των συζητήσεων της Οµοσπονδίας των Καλλιτεχνών και ποιοι συµµετείχαν.

66. Ross 2016, σελ. 55-56.

67. Ross 2016, σελ. 55-56.

68. Marx 1871.

69. Ross 2016, σελ. 23.

70. Lissagaray 1976, σελ. 10-12.

71. Gluckstein 2006, σελ. 46-53.

72. Gluckstein 2006, σελ. 49.

73. Gluckstein 2006, σελ.50.

74. Cox 2021.

75. Ross 2016, σελ. 28.

76. Αυτό ήταν το ψευδώνυµο της Victoire Léodile Béra, µε το οποίο υπέγραψε πολλά βιβλία, και έµεινε γνωστή στα αρχεία της Κοµµούνας

77. Gluckstein 2006, σελ. 188-190.

78. Gluckstein 2006, σελ. 185-191.

79. Merriman 2016, σελ. 16.

80. Gluckstein 2006, σελ. 156-157. Για µια ανάλυση του γιατί οι Προυντονιστές ήταν στα δεξιά των Κοµµουνάρων, βλέπε Gluckstein, σελ. 71-76.

81. Marx και άλλοι 2008, σελ. 71.

82. Gluckstein 2006, σελ. 69-71.

83. Marx 1871.

84. Marx 1852.

85. Hazan 2010, σελ. 238.

86. Lissagaray 1976, Merriman 2016.

87. Lissagaray 1976, σελ. 307-311.

88. Για µια ενδελεχή περιγραφή Lissagaray 1976, σελ. 146-174, Merriman 2016, κεφάλαια 9 και 10.

89. Merriman 2016, σελ. 226.

90. Thomas 1966, σελ. 140-159.

91. Merriman 2016, σελ.156-159.

92. Marx 1871.

93. Lissagaray 1976, σελ. 287.

94. Tod 2020.

95. Γνωστή αποικία ποινικών κρατουµένων στην Γαλλική Γουιάνα. Merriman 2016, σελ. 147.

96. Lissagaray 1976, σελ. 343-344.

97. Τοπικό δηµαρχείο.

98. Thomas 1966, σελ.132

99. Merriman 2016, σελ. 245

100. Lissagaray 1976, σελ. 238.

101. Luxemburg 1919.

102. Edwards 1973, σελ. 26.

103. Edwards 1973, σελ. 26.

104. Gluckstein 2006, σελ. 130.

105. Gluckstein 2006, σελ. 76-80.

106. Bakunin, “The Paris Commune and the idea of the state”, στο Marx et al 2008, σελ. 78.

107. Gluckstein 2006, σελ. 28-29.

108. Marx καιEngels 1932, σελ. 60.

109. Marx 1845

110. Για την ανάλυσή µου στον Λένιν, βλέπε Bloodworth 2013.

111. Gluckstein 2006, σελ. 68-71 για λεπτοµέρειες πάνω σε απεργίες και την ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης.

112. Eschelbacher 2009.

113. Έτσι ονοµάζονταν συχνά οι εθνοφύλακες.

114. Eschelbacher 2009.

115. Ross2016, σελ. 60.

116. Hazan 2010, σελ. 291.

117. Cox 2021.

118. Bloodworth 2005.

119. Landrigan 2017, σελ. 78.

120. Buzzfeed 2021.

121. Horton 2021.

You have successfully subscribed to the newsletter

There was an error while trying to send your request. Please try again.

Marxist Left Review will use the information you provide on this form to be in touch with you and to provide updates and marketing.